Έχουν περάσει σχεδόν 70 χρόνια από την ημέρα που ο πρώτος μονάρχης της Σαουδικής Αραβίας, Ιμπν Σαούντ, έκανε μια ιδιότυπη «κρουαζίερα» στη λεγόμενη Μεγάλη Πικρή Λίμνη – μια αλμυρή λίμνη που σχηματίζεται κοντά στη διώρυγας του Σουέζ.

Για τρεις συνεχόμενες ημέρες βρισκόταν στο αμερικανικό καταδρομικό USS Quincy, μαζί με τον Αμερικανό πρόεδρο Φράνκλιν Ρούσβελτ, σχεδιάζοντας την επόμενη ημέρα που θα ξημέρωνε στην ευρύτερη περιοχή από τις στάχτες του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Από αυτή τη «Γιάλτα» του Περσικού Κόλπου και της ευρύτερης Μέσης Ανατολής προέκυψε μια από τις σημαντικότερες στρατηγικές συμμαχίες του 20ου αιώνα ανάμεσα στην ισχυρότερη στρατιωτική δύναμη του πλανήτη και τη χώρα με τα μεγαλύτερα αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο.

Σήμερα οι δυο χώρες καλούνται να έρθουν πιο κοντά με αφορμή, μεταξύ άλλων, και της προσπάθειας της Ουάσινγκτον να πλήξει οικονομικά και γεωστρατηγικά τη Ρωσία. Στις σχέσεις τους όμως επικρατεί μια πικρή γεύση – και αυτή τη φορά δεν σχετίζεται με το νερό της Μεγάλης Πικρής Λίμνης.

Στις επτά δεκαετίες της ιστορίας τους οι σχέσεις των δυο χωρών πέρασαν από σημαντικές διακυμάνσεις, με αποκορύφωμα την κρίση του πετρελαίου του 1973 και τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, οι οποίες όπως αποδείχθηκε πραγματοποιήθηκαν με σαουδαραβικά κεφάλαια.. Σχεδόν ποτέ όμως δεν διαρήχθηκε το αρχικό «συμβόλαιο», που προέβλεπε ότι ο οίκος των Σαούντ θα τροφοδοτούσε την αμερικανική υπερδύναμη με προνομιακές τιμές πετρελαίου και θα λειτουργούσε σαν χωροφύλακας στη Μέση Ανατολή αλλά και αγοραστής αμερικανικών οπλικών συστημάτων. Αυτός ο γάμος συμφέροντος εξασφάλιζε την κυριαρχία του αμερικανικού νομίσματος, ακόμη και όταν αυτό απειλούνταν από άλλες πετρελαιοπαραγωγές χώρες, αλλά ταυτόχρονα διάβρωνε και το αμερικανικό πολιτικό σκηνικό με τη ροή εκατομμυρίων δολαρίων σαουδαραβικής προέλευσης, τα οποία είτε κατέληγαν απευθείας στις τσέπες συγκεκριμένων πολιτικών ή στους βιομηχάνους όπλων.

Όταν όμως οι ΗΠΑ αναγκάστηκαν να αναβάλουν τα σχέδια εισβολής στη Συρία, υπό την πίεση της διεθνούς κοινής γνώμης αλλά και των σοβαρών αντιθέσεων στο εσωτερικό του πολιτικού οικονομικού και στρατιωτικού κατεστημένου στην Ουάσινγκτον, ο γάμος παρουσίασε τα πρώτα σημάδια διπλωματικής… κρεβατομουρμούρας.

Στο επίκεντρο της διαφωνίας των δυο στρατηγικών συμμάχων ήταν η προσωρινή «αντάντ» που διέταξε ο πρόεδρος Ομπάμα απέναντι στο Ιράν και η οποία επηρέασε άμεσα τις εξελίξεις στη Συρία αλά και τις σχέσεις με το Ισραήλ και την Τουρκία. Επίσης το Στέιτ Ντιπαρτμεντ δεν φαίνεται να ασπάζεται τις εμμονές της Σαουδικής Αραβίας απέναντι στους Αδελφούς Μουσουλμάνους ενώ έδειξε να ανησυχεί έντονα για τη συνεχή χρηματοδότηση εξτρεμιστών ισλαμιστών που μάχονται το καθεστώς Ασαντ στη Συρία – επιχείρηση την οποία αρχικά επέβλεπε η ίδια η CIA. Γενικότερα οι ΗΠΑ πιστεύουν ότι μπορούν να εκμεταλλευτούν τις δημοκρατικές εκρήξεις της Αραβικής Άνοιξης για να ανατρέψουν εχθρικά καθεστώτα και να επιβάλλουν ακόμη πιο ισχυρή την παρουσία τους στην περιοχή ενώ το αντιδραστικό καθεστώς της Σαουδικής Αραβίας επιχειρεί να συνθλίψει με ωμή βία κάθε φωνή αμφισβήτησης του statis quo.

Απαντώντας σε αυτή τη ραγδαία επιδείνωση των σχέσεων με τις ΗΠΑ το Ριάντ άνοιξε άμεσα νέους διαύλους επικοινωνίας με την ισραηλινή Μοσάντ αλλά και το γενικό επιτελείο του Ισραήλ, που αισθάνονταν εξίσου «προδομένα» από την αμερικανική στάση ενώ σύμφωνα με πληροφορίες συνέχισε να ενισχύει ακραίες ομάδες ισλαμιστών που μάχονταν το καθεστώς Ασάντ στη Συρία.

Καθώς όμως η Ουάσινγκτον αναζητούσε εναγωνίως νέους συμμάχους στην αντιπαράθεσή της με τη Μόσχα οι σχέσεις με το βασίλειο της Σαουδικής Αραβίας άλλαξαν για άλλη μια φορά κατεύθυνση. Για αρκετές ημέρες πριν από την επίσκεψη Ομπάμα στο Ριάντ κυκλοφορούσαν έντονες φήμες ότι οι δυο χώρες σχεδίαζαν να «πνίξουν» την διεθνή αγορά ενέργειας στο πετρέλαιο προκειμένου να ρίξουν τις τιμές έως και κατά 12 δολάρια το βαρέλι και έτσι να πλήξουν οικονομικά τη Ρωσία. Στο συγκεκριμένο σχέδιο αναφέρθηκε ακόμη και ο Τζορτζ Σόρος, κατά τη διάρκεια ομιλίας του στο Βερολίνο ενώ ο Φίλιπ Βέρλεγκερ, πρώην σύμβουλος των κυβερνήσεων Φόρντ και Κάρτερ υπολόγιζε ότι αν οι ΗΠΑ έριχναν ημερησίως στην αγορά 500.000 βαρέλια από τα στρατηγικά τους αποθέματα το οικονομικό κόστος για τη Μόσχα θα άγγιζε τα 40 δισεκατομμύρια δολάρια ή το 2% της ρωσικής οικονομίας. Για την επίτευξη ενός τέτοιου στόχου όμως απαιτείται όχι μόνο η ανοχή της Σαουδικής Αραβίας, η οποία θα μπορούσε να αντισταθμίσει τις τιμές μειώνοντας τη δική της παραγωγή αλλά και η ενεργώς συμμετοχή της – κάτι για το οποίο οι πετρελαιάδες του Ριάντ δεν έδειχναν διατεθειμένοι να συμφωνήσουν.

Ο πρόεδρος Ομπάμα όμως είχε και μερικές ακόμη «χάρες» να ζητήσει από τον οίκο των Σαούντ. Μετά τις εξελίξεις στην Κριμαία η Ουάσινγκτον στρέφεται και πάλι εναντίον της Συρίας, η οποία φιλοξενεί το μοναδικό ρωσικό ναύσταθμο της Μεσογείου, στην πόλη Ταρτούς. Καθώς λοιπόν το προεδρικό αεροσκάφος των ΗΠΑ ακουμπούσε στον κεντρικό αεροδιάδρομο της πρωτεύουσσας της Σαουδικής Αραβίας, ο γνωστός αναλυτής της Ουάσινγκτον Ποστ, Ντέιβιντ Ιγκνάσιους, άφηνε να διαρρεύσει ότι το Πεντάγωνο και η CIA θα ενισχύσουν και πάλι τη μυστική στήριξη ένοπλων αντικαθεστωτικών δυνάμεων στη Συρία. Στο κείμενό του ο Ιγκνάσιους περιέγραφε με κάθε λεπτομέρεια τον αριθμό των Σύρων μαχητών που θα εκπαιδεύονται από αμερικανικό προσωπικό στα στρατόπεδα της Ιορδανίας, της Σαουδικής Αραβίας και του Κατάρ αλλά και το ρόλο που θα παίξει η CIA, προκειμένου να αποφευχθεί αυτή τη φορά η ενίσχυση δυνάμεων που σχετίζονται με την Αλ Κάιντα. Στο άρθρο υπήρχαν λεπτομέρειες ακόμη και για το είδος των οπλικών συστημάτων που θα διοχετευθούν στη Συρία μέσω της Σαουδικής Αραβίας. Συγκεκριμένα φαίνεται ότι η Ουάσινγκτον δίνει το πράσινο φως στο Ριάντ να αποστείλει φορητά αντιαεροπορικά συστήματα τα οποία θα μπορούσαν να ανατρέψουν τις ισορροπίες δυνάμεων στα πεδία των μαχών.

Προκειμένου πάντως να πείσει τον βασιλιά Αμπντάλα για τις προθέσεις του ο πρόεδρος Ομπάμα θα χρειαστεί να παγώσει προσωρινά και το άνοιγμα που πραγματοποίησε προς το Ιράν, εκμεταλλευόμενος την παρουσία στην Τεχεράνη της πιο φιλοαμερικανικής κυβέρνησης που έχει υπάρξει μετά την ισλαμική επανάσταση. Δεν πρόκειται να δεχθούμε μια «κακή συμφωνία» για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν ήταν η φράση που προωθούσαν προς κάθε κατεύθυνση Αμερικανοί αξιωματούχοι λίγες ώρες πριν από την άφιξη του προέδρου στο Ριάντ.

Δεν χρειάζεται φυσικά να σημειώσει κανείς ότι οι ΗΠΑ, που κόπτονται τόσο για τα ανθρώπινα και δημοκρατικά δικαιώματα σε άλλες χώρες δεν έθιξαν καν το θέμα κατά τη διάρκεια της επίσκεψης του Ομπάμα στο πλέον μεσαιωνικό καθεστώς που υπάρχει αυτή τη στιγμή στον πλανήτη.

Άρης Χατζηστεφάνου
ΕΠΙΚΑΙΡΑ, Μάρτιος 2014

20
CLOSE
CLOSE