«Οσοι έχουν εργολαβίες με το Δημόσιο πρέπει να είναι στο πλευρό σου και το ίδιο ισχύει και για την επιχειρηματική κοινότητα. Με κάθε ευκαιρία να θυμίζεις στις μάζες πόσο καθάρματα είναι οι αντίπαλοί σου και να δίνεις συγκεκριμένα παραδείγματα από τα εγκλήματα, τα σεξουαλικά σκάνδαλα και τη διαφθορά τους».

Οι παραπάνω συμβουλές θα μπορούσαν να εμπεριέχονται σε κάποιο προεκλογικό non paper ενός μεγάλου πολιτικού κόμματος. Στην πραγματικότητα γράφτηκαν το 64 π.Χ. από τον Κόιντο, αδερφό του Μάρκου Τύλλιου Κικέρωνα, ο οποίος εκείνη την περίοδο διεκδικούσε την ψήφο των Ρωμαίων για το αξίωμα του ύπατου. Η ιστορία μπορεί να συγκράτησε μόνο το όνομα του Κικέρωνα ως ενός από τους σημαντικότερους φιλοσόφους, νομικούς και ρήτορες της Αρχαίας Ρώμης, είναι όμως αμφίβολο εάν θα είχε καταφέρει πολλά χωρίς τον προσωπικό του «μυστικοσύμβουλο». Στο πέρασμα των αιώνων εκατοντάδες πολιτικοί ηγέτες ταυτίστηκαν ή μετατράπηκαν σε μαριονέτες κάποιου σκιώδη συμβούλου. Ο δημιουργός του Αστερίξ, Ρενέ Γκοσινί, κατάλαβε τη σημασία αυτών των «συμβούλων» το 1962 όταν παρουσίασε μια νέα σειρά κόμικς με τον τίτλο «Οι περιπέτειες του Χαλίφη Χαρούν Ελ Πουσάχ». Μέσα σε λίγες εβδομάδες ο Γκοσινί συνειδητοποίησε ότι ο πραγματικός πρωταγωνιστής του κόμικς δεν ήταν ο χαλίφης αλλά ο δαιμόνιος Μεγάλος Βεζίρης Ιζνογκούντ, που επιχειρούσε χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία να γίνει χαλίφης στη θέση του χαλίφη. Οι Αγγλοσάξονες επικοινωνιολόγοι αλλά και πολιτικοί επιστήμονες χρησιμοποιούν ακόμη και σήμερα τον όρο «Μεγάλος Βεζίρης» για να περιγράψουν τις προσωπικότητες που ασκούν πραγματική εξουσία στη σκιά του ηγέτη.

Σε αντίθεση με τον αντιήρωα του Γκοσινί, αρκετές σύγχρονες απεικονίσεις του «Μεγάλου Βεζίρη» καταφέρνουν να κινούν τα νήματα της εξουσίας με πολύ μεγαλύτερη επιτυχία. Στην εξαιρετική τηλεοπτική σειρά «House of Cards», o Κέβιν Σπέισι υποδύεται έναν τέτοιο σκιώδη πολιτικό ο οποίος συνωμοτεί για να αναρριχηθεί στην ανώτερη θέση του Λευκού Οίκου. Οι σχέσεις, βέβαια, του «Μεγάλου Βεζίρη» με τον εκάστοτε «χαλίφη» δεν είναι πάντα συγκρουσιακές ούτε χαρακτηρίζονται από την προσπάθεια του πρώτου να καταλάβει τη θέση του δεύτερου. Ο ίδιος ο Νικολό Μακιαβέλι απέδειξε με το έργο του ότι οι μυστικοί (ή λιγότερο μυστικοί) σύμβουλοι του ηγεμόνα μπορούν να συνωμοτούν όχι σε βάρος αλλά για λογαριασμό του αφεντικού τους. Το ερώτημα σε αυτές τις περιπτώσεις είναι αν ο ηγέτης καταλαβαίνει το σύνολο του παιχνιδιού στο οποίο τον εμπλέκουν οι σύμβουλοι και συνεργάτες του. Το δίδυμο Νίξον – Κίσινγκερ, λόγου χάρη, αποτελεί ένα από τα παραδείγματα όπου ο ηγέτης και ο σύμβουλος συνεργάζονται και συνωμοτούν σε όλα τα επίπεδα για την επίτευξη ενός κοινού στόχου – στη συγκεκριμένη περίπτωση, την επικράτηση του αμερικανικού ιμπεριαλισμού και την ανάσχεση της σοβιετικής επιρροής. Αντίθετα, το δίδυμο Κάρτερ – Μπρεζίνσκι έμεινε στην ιστορία για την πολιτική ανεπάρκεια του προέδρου και τη μακιαβελική κυριαρχία του συγκεκριμένου συμβούλου εθνικής ασφαλείας – ο οποίος για ένα διάστημα αποτέλεσε μέντορα και του σημερινού προέδρου των ΗΠΑ, Μπαράκ Ομπάμα. Αποκορύφωμα της προεδρικής ανεπάρκειας αποτέλεσε φυσικά η διακυβέρνηση Τζορτζ Μπους του νεότερου, ο οποίος μετατράπηκε σε μαριονέτα στα χέρια του αντιπροέδρου Ντικ Τσένι και των συμβούλων του.

Η λεόντειος αυτή σχέση έχει αποτυπωθεί στη μικρή οθόνη και από την τηλεοπτική σειρά «Μάλιστα, κύριε υπουργέ», με τον απολαυστικό σερ Χάμφρεϊ να κινεί τα νήματα της εξουσίας που θεωρητικά θα έπρεπε να ελέγχει ο υπουργός και στη συνέχεια πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας. Η σειρά, την οποία παρακολουθούσε μανιωδώς και η Μάργκαρετ Θάτσερ (λέγεται μάλιστα ότι είχε συμβάλει και σαν σεναριογράφος σε ένα επεισόδιο), αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του ασφυκτικού ελέγχου που μπορεί να ασκεί σε έναν ηγέτη ένας δαιμόνιος σύμβουλος που εκπροσωπεί τα συμφέροντα ενός τερατώδους γραφειοκρατικού μηχανισμού. Αυτό ήταν τουλάχιστον το μήνυμα που ήθελαν να στείλουν οι νεοφιλελεύθεροι δημιουργοί της τηλεοπτικής σειράς – και δυστυχώς το κατάφεραν χρησιμοποιώντας σαν όπλο το απαύγασμα του βρετανικού χιούμορ.

Υπάρχουν βέβαια και οι περιπτώσεις όπου ο ηγεμόνας προτιμά να κρυφτεί πίσω από τις κινήσεις των συμβούλων και γενικότερα των υφισταμένων του, όταν κάποιες από τις προτάσεις τους οδηγούν τη χώρα σε εθνική πανωλεθρία. Για αρκετούς ιστορικούς, λόγου χάρη, αυτό επιχειρήθηκε στην Ιαπωνία, μετά το τέλος του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου: ο πρωθυπουργός Τόγιο Χιντέκι κατηγορήθηκε για την επίθεση στο Περλ Χάρμπορ και τη συνακόλουθη εμπλοκή της Ιαπωνίας στον πόλεμο σε αντίθεση με τον αυτοκράτορα Χιροχίτο ο οποίος δεν καταδικάστηκε για εγκλήματα κατά της ειρήνης και παρέμεινε σύμβολο της μεταπολεμικής Ιαπωνίας μέχρι τον θάνατό του το 1989.

Ποιος είναι λοιπόν σήμερα ο Ιζνογκούντ ή ο σερ Χάμφρεϊ του Mεγάρου Μαξίμου; Στενοί συνεργάτες του πρωθυπουργού όπως ο Μπαλτάκος ή ο Μουρούτης, που κατηγορούνται ότι διατηρούσαν ανοιχτή γραμμή επικοινωνίας με τους ναζιστές της Χρυσής Αυγής, δρούσαν εν γνώση του «χαλίφη» Αντώνη Σαμαρά; Σε επίπεδο ευθυνών αυτές οι διαφορές δεν έχουν καμία σημασία. Ο πρωθυπουργός ήταν επικεφαλής ενός κόμματος και μιας κυβέρνησης που συνομιλούσε ανοιχτά με τους επιγόνους του Χίτλερ. Το μόνο που κρίνεται λοιπόν είναι η ευφυΐα και οι ηγετικές ικανότητες του «ηγεμόνα». Εδώ όμως υπάρχει η ρήση του Μακιαβέλι που φαίνεται να υπερισχύει κάθε άλλης άποψης: Αν θέλεις να μάθεις πώς σκέφτεται ο ηγεμόνας, κοίταξε τους ανθρώπους που τον περιστοιχίζουν.

Info

Δείτε
«Μάλιστα, κύριε υπουργέ»
Η πρώτη (και για ορισμένους η τελευταία) φορά που οι νεοφιλελεύθεροι σεναριογράφοι απέδειξαν ότι έχουν πραγματικό χιούμορ, σε μια σειρά που καθήλωσε ακόμη και τη Μάργκαρετ Θάτσερ.

Διαβάστε
Ο ηγεμόνας (εκδόσεις Καζαντζάκη)
Το θρυλικό έργο του προάγγελου της αστικής επανάστασης Νικολό Μακιαβέλι σε μετάφραση του Νίκου Καζαντζάκη.

Άρης Χατζηστεφάνου
Εφημερίδα των Συντακτών 07/06/2014

CLOSE
CLOSE