Πηγή: Ενθέματα Αυγής
Συνέντευξη του σκηνοθέτη Απόστολου Καρακάση

«Στόχος ήταν να παρατηρήσω σε βάθος το έπος κάποιων ανθρώπων τσακισμένων από την κρίση, με όλες τις αντιφάσεις και τις κωμικοτραγικές πτυχές της πραγματικότητας»
«Η ταινία σκιαγραφεί το πορτρέτο ενός αγώνα εκ των έσω, μια πολύπλευρη και βαθιά ανθρώπινη ματιά σε κάποιους ήρωες της καθημερινότητας που έχουν το παράτολμο θάρρος να αγωνίζονται για τον κοινωνικό μετασχηματισμό. Στο επίκεντρο της ταινίας βρίσκεται ένας από τους πιο εμπνευσμένους και ανυποχώρητους αγώνες στον κόσμο που εκτυλίσσεται στη Βόρεια Ελλάδα», γράφουν ο σκηνοθέτης Άβι Λιούις και η Nαόμι Κλάιν για το ντοκιμαντέρ «Επόμενος σταθμός: Ουτοπία» σε σκηνοθεσία Απόστολου Καρακάση (βοηθός σκηνοθέτη: Θανάσης Καφετζής, μουσική: Σπύρος Γασπαράτος, παραγωγοί: Μάρκος Γκαστίν, Ελένη Χανδρινού). Κρατάω την «πολύπλευρη» και «βαθιά ανθρώπινη» ματιά. Γιατί, πέραν των κινηματογραφικών της αρετών, το ντοκυμαντέρ ξεχωρίζει, κατά τη γνώμη μου, καθώς η διάθεση για να στηριχθεί και να αναδειχθεί ο αγώνας των εργατών που κατέλαβαν και αυτοδιαχειρίζονται τη ΒΙΟΜΕ, δεν οδηγεί σε μια κινηματογραφική αφήγηση επίπεδη, ρηχή και διδακτική. Γιατί η ανάδειξη αυτή, στη ματιά του σκηνοθέτη, περιλαμβάνει τις αντιθέσεις και τις δυσκολίες — και έτσι η ταινία είναι ανοιχτή σε πολλές αναγνώσεις, από τις πιο αισιόδοξες και επικές μέχρι πιο μελαγχολικές. Και αυτό προσωπικά το θεωρώ μεγάλη επιτυχία της, κινηματογραφικά αλλά και πολιτικά.

Στρ. Μπ.

Πώς οδηγήθηκες στην απόφαση να γυρίσεις το ντοκιμαντέρ; Ποιο ήταν το έναυσμα και οι αρχικές σκέψεις;

Από τότε που μας προέκυψε η οικονομική κρίση, ήθελα να κάνω μια ταινία που να αποτυπώνει τους καιρούς μας. Το αισθανόμουν σαν χρέος, αλλά δεν είχα βρεθεί μπροστά στην ιστορία εκείνη που θα με παρακινούσε στη μεγάλη περιπέτεια να αφιερώσω χρόνια από τη ζωή μου και όλη μου την ενέργεια για να παρακολουθήσω στενά τις «ζωές κάποιων άλλων» και να τις μεταφέρω στον κινηματογράφο. Δεν ήθελα να πω μια ακόμη καταθλιπτική ιστορία, ούτε να αναπαραστήσω τη σύνθετη κοινωνική εμπειρία των χρόνων μας μεροληπτικά ή απλουστευτικά. Όταν έμαθα ότι οι πρώην εργαζόμενοι στη ΒΙΟ.ΜΕ. θα καταλάμβαναν το εργοστάσιό τους ένιωσα ότι αυτή ήταν πραγματικά μια πολύ δυνατή ιστορία επιβίωσης, η οποία αντανακλούσε συγχρόνως το ευρύτερο κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο σε πολλά επίπεδα. Προσωπικά μου κινούσε τρομερά το ενδιαφέρον αυτό το εγχείρημα, ήθελα να το ζήσω από κοντά και κυρίως ήθελα να γνωρίσω έναν-έναν τους εργάτες αυτούς οι οποίοι στα πενήντα τους χρόνια είχαν αποφασίσει να κάνουν ό,τι πιο ριζοσπαστικό υπάρχει: να καταλάβουν τα μέσα παραγωγής και να λειτουργήσουν ένα ολόκληρο εργοστάσιο μόνοι τους, αμεσοδημοκρατικά! Πίσω από την απρόσωπη ταμπέλα «άνεργοι, επαναστατημένοι, προλετάριοι» ήθελα να κατανοήσω σε βάθος όλους αυτούς τους ήρωες της καθημερινότητας, να δω από πού προέρχονταν, ποιες ήταν οι βαθιές τους ανάγκες και επιθυμίες, να ζήσω την περιπέτεια του αγώνα τους ενάντια στο σύστημα που τους καταδίκασε στην ανεργία, αλλά και του προσωπικού τους εσωτερικού αγώνα, καθώς πασχίζουν να μετασχηματιστούν, να αναθεωρήσουν νοοτροπίες, πεποιθήσεις και αξίες της προηγούμενης ζωής τους για να επιβιώσουν την «επόμενη μέρα».

Το γύρισμα κράτησε, αν δεν κάνω λάθος, πάνω από δυο χρόνια. Αν έπρεπε να διαλέξεις την καλύτερη και τη χειρότερη/πιο δύσκολη στιγμή, τι θα διάλεγες;

Μας πήρε τρία χρόνια να ολοκληρώσουμε την ταινία. Η κινηματογραφική μας προσέγγιση δεν είναι η ευκολότερη· βασίζεται στην μακρόχρονη επιτόπια παρατήρηση και κυρίως στις σχέσεις εμπιστοσύνης που αναπτύσσονται μέσα στο χρόνο με τα πρόσωπα που συμμετέχουν στην ταινία. Όπως σε μια φιλία οι καλές στιγμές είναι αυτές που νιώθεις ότι ο φίλος σου σε εμπιστεύεται, μοιράζεται τα συναισθήματα και τις μύχιες σκέψεις του μαζί σου, τόσο στις χαρές, όσο και στις δυσκολίες και τις απογοητεύσεις. Γυρίσαμε περίπου 300 ώρες αυθεντικών δράσεων και επεισοδίων από τη ζωή, μέσα και έξω από το εργοστάσιο, αλλά οι πιο ευτυχείς στιγμές στο γύρισμα είναι αυτές που οι χαρακτήρες σου αποκαλύπτονται «τρισδιάστατοι», στιγμές που δεν πιστεύεις στα μάτια σου και επιβεβαιώνεται η ρήση ότι η πραγματικότητα είναι πιο πλούσια από τη φαντασία.

Οι πιο δύσκολες στιγμές μάλλον ήταν όταν πλέον το μοντάζ είχε τελειώσει και έπρεπε να δείξουμε την ταινία σε όλους τους συμμετέχοντες. Για ηθικούς λόγους ήθελα να έχω τη συναίνεσή τους· δεν σηκώνεται εύκολα το βάρος ότι κάποιος αισθάνεται προδομένος από τη δημόσια έκθεσή του. Εν τω μεταξύ όμως οι σχέσεις μεταξύ κάποιων βασικών χαρακτήρων είχαν οξυνθεί, υπήρχε μια οδυνηρή ρήξη και η κάθε πλευρά είχε τη δική της ατζέντα, ενώ επίσης στην ταινία συμμετείχε και η πρώην διευθύντρια του εργοστασίου με την οποία οι εργάτες είναι στα δικαστήρια. Προς μεγάλη μου ανακούφιση όλοι ήταν πολύ θετικοί απέναντι στην ταινία, την είδαν σαν μια δίκαιη και ειλικρινή αναπαράσταση, μια αυθεντική καταγραφή ενός σημαντικού κεφαλαίου της ζωής τους.

Η ταινία σίγουρα λειτουργεί, εκ του αποτελέσματος, ως γνωστοποίηση και αλληλεγγύη στον αγώνα των εργατών της ΒΙΟΜΕ. Πέραν αυτού, ποια ήταν η βασική σου μέριμνα, τι ήθελες να πετύχεις φτιάχνοντάς τη;

Η βασική μου μέριμνα ήταν καταρχήν να προσφέρω σε όσους θα επιλέξουν να μας εμπιστευτούν τον πολύτιμο ελεύθερο χρόνο τους μια συναρπαστική, γνήσια ψυχαγωγική εμπειρία. Ήθελα να πω μια ιστορία που να δημιουργεί δυνατά συναισθήματα, σκέψεις, και να δίνει τη δυνατότητα στον θεατή να ανακαλύψει εκ των έσω αυτό το εγχείρημα πέρα από τις οποιασδήποτε ιδεολογικής προέλευσης προκαταλήψεις με τις οποίες φτάνει στην κινηματογραφική αίθουσα. Δεν ήθελα να κάνω μια στρατευμένη ταινία που «κάνει κήρυγμα στους ήδη προσηλυτισμένους», ούτε να στείλω ένα σαφές πολιτικό μήνυμα. Ο στόχος ήταν να παρατηρήσω σε βάθος, με διεισδυτικό βλέμμα το έπος κάποιων ανθρώπων τσακισμένων από την κρίση, με όλες τις αντιφάσεις και τις κωμικοτραγικές πτυχές της πραγματικότητας και να προσφέρω την εμπειρία τριών χρόνων συμπυκνωμένη στους θεατές προκειμένου να κάνουν οι ίδιοι τις δικές τους σκέψεις και συζητήσεις.

Στην ταινία παρακολουθούμε τον καθημερινό αγώνα των εργατών, τις αντιθέσεις, τις μεταπτώσεις, μια δύσκολη καθημερινότητα κλπ. Η ταινία ωστόσο έχει τίτλο Επόμενος σταθμός: Ουτοπία. Πες μας, γιατί ο τίτλος, πού εντοπίζεις την ουτοπία στο εγχείρημα, μέσα σε αυτή τη δύσκολη καθημερινότητα;

Το εγχείρημα είναι προσανατολισμένο από την αρχή σε στόχους μεγάλους, κοιτάζει πιο πέρα από την απλή επιχειρηματική επιβίωση ενός «μαγαζιού», στην κατεύθυνση ενός οράματος σοσιαλιστικής Ουτοπίας, όπου όλος ο κόσμος θα αλλάξει σιγά-σιγά μέσα από αντίστοιχα παραδείγματα. Σε αυτή την συγκυρία, το τρένο της Ιστορίας οδηγεί τους συγκεκριμένους εργάτες –και όχι μόνο αυτούς– στο σταθμό μιας Μεγάλης Αφήγησης. Από την άλλη μεριά, κάποιοι θεατές ερμηνεύουν την έννοια της Ουτοπίας ως συνώνυμο της άσκοπης ονειροπόλησης. Ποια ερμηνεία είναι η σωστή; Δεν είναι δική μου δουλειά να απαντήσω. Με έναν τρόπο, ο ίδιος ο τίτλος της ταινίας θέλει να προκαλέσει τη συζήτηση.

Η ταινία προβάλλεται για δεύτερη εβδομάδα στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος (κάθε μέρα 20:30 και 22:15, Κυριακή μόνο 22:15) και στη Θεσσαλονίκη στην αίθουσα Παύλος Ζάννας (17:45, Σαββατοκύριακο)

CLOSE
CLOSE