Ένας χρόνος απέμενε έως τον τερματισμό του δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου. Για εκατοντάδες κορίτσια και γυναίκες, ηλικίας 13 έως 28 ετών, όμως αυτός ο χρόνος ήταν αρκετός για να μετατραπεί σε πραγματική κόλαση. Με εντολή του περίφημου οργανισμού Τοdt, που αναλάμβανε τα δημόσια έργα της ναζιστικής Γερμανίας, τουλάχιστον 1700 κρατούμενες από την Ουγγαρία μεταφέρθηκαν στην Φρανκφούρτη για να εργαστούν σαν σκλάβες στο αεροδρόμιο που κατασκεύαζε τότε η εταιρεία Zublin.

Οι περισσότερες από τις γυναίκες και τα ανήλικα κορίτσια προέρχονταν απευθείας από το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Άουσβιτς και θεωρούσαν ότι η μεταφορά τους ίσως να τους έσωζε από τους θαλάμους αερίων και τα πειραματικά εργαστήρια του Μένγκελε. Τουλάχιστον 50 γυναίκες όμως πέθαναν κατά τη διάρκεια της κατασκευής του αεροδρομίου ενώ μόλις 300 γλίτωσαν από τις ομαδικές εκτελέσεις που ακολούθησαν.

Όπως ήταν φυσικό η αποκάλυψη, από Γερμανούς δημοσιογράφους, ότι η εταιρεία Zublin εκμεταλλεύεται και σήμερα εργάτες από την Ανατολική Ευρώπη, σε συνθήκες που θυμίζουν στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας, δημιούργησε φρικτούς συνειρμούς με το σκοτεινό παρελθόν. Προφανώς κανένας από τους εργάτες δεν έρχεται εδώ με την απειλή του όπλων. Τα υψηλά συρματοπλέγματα όμως που υψώνονται γύρω από τα εργοτάξια και οι εργάτες που στοιβάζονται σαν ζώα σε μικροσκοπικά δωμάτια δεν ανταποκρίνονται στην εικόνα μιας χώρας που αποτελεί την οικονομική ατμομηχανή της Ευρώπης.

Παρόμοιες συνθήκες επικρατούν και στο εργοτάξιο όπου κατασκευάζεται το νέο στρατηγείο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας στη Φρανκφούρτη. Παρά το γεγονός ότι υπάρχουν συγκεκριμένες καταγγελίες για πρωτόγονες συνθήκες εργασίας, οι αρχές απαγορεύουν την είσοδο σε μέλη συνδικάτων και άλλους επιθεωρητές καθώς το οικόπεδο στο οποίο οικοδομούνται οι δίδυμοι πύργοι της ΕΚΤ καλύπτονται από ειδικό νομικό καθεστώς.

Οι συνθήκες εργασίας χιλιάδων ατόμων από την Ανατολική Ευρώπη ήρθαν πρόσφατα στο φως ύστερα από ένα αποκαλυπτικό ρεπορτάζ της δημόσιας τηλεόρασης ARD. Η κάμερα ακολούθησε εργάτες στα εργοστάσια κρέατος της εταιρείας Tönnies, οι οποίοι αναγκάζονταν να δουλεύουν κάτω από απάνθρωπες συνθήκες για 12 ώρες την ημέρα, έξι ημέρες την εβδομάδα γνωρίζοντας ότι αν ζητήσουν έστω και μια ημέρα αναρρωτικής άδειας θα απολύονταν αυτομάτως από τους υπεργολάβους που τους είχαν βρει τη δουλειά.

Το νομικό παράθυρο με το οποίο οι εργοδότες παρακάμπτουν κάθε εργατική νομοθεσία είναι ότι καταγράφουν τους εργάτες σαν ελευθέρους επαγγελματίες, οι οποίοι μπορούν να απασχολούνται για πολύ μικρά χρονικά διαστήματα και πρακτικά δεν μπορούν να απουσιάσουν ούτε για μερικές ώρες από την εργασία τους. Το ιδιότυπο αυτό καθεστώς επιτρέπει επίσης στους εργοδότες να αποφεύγουν την πλήρη ασφάλιση των εργατών αλλά και να παίρνουν πίσω αρκετά από τα χρήματα της μισθοδοσίας ενοικιάζοντας διαμερίσματα και πουλώντας φαγητό στους εργάτες τους. Πριν από δυο χρόνια ήρθαν στο φως περιπτώσεις κατασκευαστικών εταιρειών που άφηναν δεκάδες εργάτες να κοιμούνται, χωρίς ούτε καν στρώματα, μέσα στα εργοτάξια προσφέροντας μια τουαλέτα για 50 άτομα.

Με το πέρασμα του χρόνου μάλιστα οι Γερμανοί εργοδότες έχουν όλο και μεγαλύτερα περιθώρια εκμετάλλευσης των ξένων εργαζομένων καθώς η ροή οικονομικών μεταναστών από την Ανατολική Ευρώπη αυξάνεται με τρομακτικούς ρυθμούς εξαιτίας των πολιτικών λιτότητας που έχει επιβάλλει το Βερολίνο στις χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας.

Το 2012 ο αριθμός των μεταναστών που εισήλθαν στη Γερμανία άγγιξε τους 70.000 από μερικές μόνο χιλιάδες που ήταν τα προηγούμενα χρόνια. Σύμφωνα μάλιστα με το Γερμανικό Ινστιτούτο Εργασίας (ΙΑΒ) μόλις αρθούν οι απαγορεύσεις μετακίνησης εργατικού δυναμικού το 2014 τουλάχιστον 100 με 180 χιλιάδες εργάτες από τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία αναμένεται να αναζητήσουν δουλειά σε κάποια περιοχή της Γερμανίας.

Ήδη εταιρείες υπεργολάβων από τη Βουλγαρία χρησιμοποιούν λεωφορεία με τα οποία φέρνουν εργάτες τρεις φορές την εβδομάδα στα μεγάλα εργοτάξια της Γερμανίας. Αρκετοί από αυτούς του εργάτες θα επιστρέψουν ύστερα από μερικούς μήνες στα σπίτια τους τσακισμένοι από ασθένειες και εργατικά ατυχήματα τα οποία συχνά δεν καταγράφονται καν από τους Γερμανούς εργοδότες τους.

H χρήση καταναγκαστικής εργασίας στη Γερμανία δεν τερματίστηκε με το τέλος του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου και δεν αφορούσε μόνο γερμανικές εταιρείες. Πριν από λίγα χρόνια η σουηδική αλυσίδα επίπλων IKEA αναγκάστηκε να ζητήσει δημοσίως συγγνώμη γιατί χρησιμοποιούσε σαν εργαζόμενους πολιτικούς κρατούμενους από την Ανατολική Γερμανία. Τη δεκαετία του ’80, οι φυλακές του καθεστώτος Χόνεκερ είχαν μετατραπεί σε μια πηγή πάμφθηνου εργατικού δυναμικού το οποίο – παρά τις περί του αντιθέτου προπαγανδιστικές διακηρύξεις – χρησιμοποιούσαν ως επί το πλείστον εταιρείες της Δύσης και όχι του Ανατολικού Μπλοκ.

Με την ενοποίηση των δυο Γερμανιών εξέλειψαν οι συνθήκες πολιτικής δικτατορίας και οι πολιτικοί κρατούμενοι. Η δημιουργία όμως της ευρωζώνης φαίνεται πως δημιούργησε συνθήκες «οικονομικής δικτατορίας» και «οικονομικούς κρατούμενους».

Παρά το γεγονός ότι τα χειρότερα περιστατικά καταπάτησης στοιχειωδών εργασιακών (αλλά ακόμη και ανθρωπίνων) δικαιωμάτων αφορούν εργαζόμενους από τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία, ακόμη και Γερμανοί εργάτες βρίσκονται συχνά αντιμέτωποι με συνθήκες «κινεζοποίησης» της εργασίας τους. Εκμεταλλευόμενες την περίφημη Ατζέντας 2010, που επέβαλαν οι σοσιαλδημοκράτες επί καγκελαρίας Γκέρχαρντ Σρέντερ, δεκάδες μεγάλες εταιρείες κατάφεραν να αντικαταστήσουν τους μόνιμους εργαζόμενους με υπαλλήλους μερικής απασχόλησης, που πληρώνονταν έως και κατά 30% λιγότερο και μπορούσαν να αντικατασταθούν ανά πάσα στιγμή.

Με τη συγκεκριμένη πρακτική διαδοχικές γερμανικές κυβερνήσεις κατάφεραν να κρύψουν την ανεργία κάτω από το χαλί και να προσφέρουν στις γερμανικές βιομηχανίες τρομακτικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα σε σχέση με εταιρείες μικρότερων ευρωπαϊκών χωρών. Αυτό όμως που καταγράφεται σαν κέρδος για τις εταιρείες μετατρέπεται σε ζημιά όχι μόνο για τους μερικά απασχολούμενους εργάτες αλλά για το σύνολο του πληθυσμού της χώρας. Είναι χαρακτηριστικό ότι αρκετοί από τους υπαλλήλους μερικής απασχόλησης καταφέρνουν να επιβιώσουν μόνο χάρη στα κρατικά επιδόματα τα οποία επιβαρύνουν απευθείας τους Γερμανούς φορολογούμενους. Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση της Γερμανίας δαπανά κάθε χρόνο τουλάχιστον 500 εκατομμύρια ευρώ σαν οικονομική ενίσχυση των εργαζομένων μερικής απασχόλησης χωρίς να υπολογίζεται και το παράπλευρο κόστος από την έλλειψη ιατροφαρμακευτικής κάλυψης αυτών των ανθρώπων. Πρόκειται για έναν ακόμη μηχανισμό αναδιανομής εισοδήματος από τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα της Γερμανίας αλλά και ολόκληρης της Ευρώπης προς τις οικονομικές ελίτ της Γερμανίας.

Άρης Χατζηστεφάνου
ΕΠΙΚΑΙΡΑ Σεπτέμβριος 2013

Σχετικά θέματα:
ΙΚΕΑ: Το σουηδικό μοντέλο εκμετάλλευσης
ΗΠΑ: Η οικονομία του σερβιτόρου
Μανχάταν – Μπαγκλαντές Ελλάδα

CLOSE
CLOSE