Η εικόνα που προβάλλεται από τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης για την επιστροφή των εθνικοποιήσεων στη Βενεζουέλα απέχει έτη φωτός από την πραγματικότητα. Εκτός από ορισμένους κρίσιμους τομείς ενέργειας που πέρασαν στον έλεγχο του κράτους για να τερματιστεί η καταλήστευση των φυσικών πόρων οι εθνικοποιήσεις ήταν ελάχιστες.

Ανοιχτό κάλεσμα προς τις ένοπλες δυνάμεις της Βενεζουέλας να μην υπακούουν στις εντολές του προέδρου Μαδούρο – και ουσιαστικά να τον ανατρέψουν – απευθύνουν πλέον αντικαθεστωτικές δυνάμεις εντός και εκτός της χώρας, καθώς κλιμακώνεται η πολιτική αντιπαράθεση. «Πρέπει να αποφασίσετε αν είστε με το Σύνταγμα ή με τον Μαδούρο» δήλωσε ο ηγέτης της δεξιάς αντιπολίτευσης Ενρίκε Καπρίλες ίσως στο πιο ξεκάθαρο κάλεσμα πραξικοπήματος που έχει ακουστεί το τελευταίο διάστημα στη Βενεζουέλα. Λάδι στη φωτιά ήρθε να ρίξει και ο ακροδεξιός πρώην πρόεδρος της Κολομβίας Αλβάρο Ουρίμπε, ο οποίος μιλώντας σε συνέδριο στο Μαϊάμι κάλεσε τις «δημοκρατικές ένοπλες δυνάμεις» να σταθούν στο πλευρό της δεξιάς αντιπολίτευσης.

Η αντιπολίτευση στη Βενεζουέλα υποστηρίζει ότι μοναδικός στόχος της είναι πλέον η διεξαγωγή δημοψηφίσματος για τη δημοκρατική απομάκρυνση του προέδρου. Η έναρξη της σχετικής διαδικασίας είναι ιδιαίτερα εύκολη καθώς απαιτείται σχετικά μικρός αριθμός υπογραφών. Το γεγονός όμως ότι η αντιπολίτευση καθυστέρησε αρκετούς μήνες την συλλογή των υπογραφών σε συνδυασμό με τις χιλιάδες παρατυπίες που σημειώθηκαν μαρτυρούν ότι για ορισμένους το δημοψήφισμα είναι ένα ακόμη εργαλείο για την πρόκληση αστάθειας. Η αντιπολίτευση είχε επιχειρήσει το 2004 να χρησιμοποιήσει το δημοψήφισμα για τη απομάκρυνση του Ούγκο Τσάβες. Οι κάλπες όμως του έδωσαν ένα βροντερό 59% – ποσοστό φυσικά που ο Μαδούρο δεν μπορεί να πλησιάσει ούτε στα πιο τρελά όνειρά του.

Το πραγματικό πρόβλημα του Μαδούρο όμως είναι ότι οι αντιδράσεις εναντίον του δεν περιορίζονται πλέον στα εύπορα προάστια του Καράκας αλλά επεκτείνονται και σε φτωχότερες γειτονιές καθώς αυξάνονται οι ελλείψεις τροφίμων και άλλων προϊόντων καθημερινή χρήσης. Οι τεράστιες ουρές έξω από καταστήματα καταλήγουν όλο και συχνότερα σε βίαια επεισόδια με την αστυνομία και τον στρατό. Όπως ήταν αναμενόμενο βέβαια τα διεθνή μέσα ενημέρωσης έδωσαν ιδιαίτερη βαρύτητα στα επεισόδια που ξέσπασαν στην περιοχή του Γκουαρένας καθώς από εκείνο το σημείο είχαν ξεκινήσει και οι ταραχές του 1989 ενάντια στην πολιτική του ΔΝΤ – το περίφημο Καρακάτσο, που στοίχισε τη ζωή 2.000 ανθρώπων.

Η πολιτική και κυρίως η οικονομική κρίση έδωσε αφορμή σε χιλιάδες νεοφιλελεύθερους σχολιαστές (και αρκετούς όψιμους νεοφιλελεύθερους της κυβερνώσας «Αριστεράς» του ΣΥΡΙΖΑ) να μιλήσουν για την αποτυχία της ακολουθούμενης φιλολαϊκής πολιτικής ή ακόμη και το τέλος του σοσιαλισμού. Τα επιχειρήματα ξεκινούσαν από το παιδαριώδες «αυτοί δεν έχουν ευρώ» του Μάρδα μέχρι ορισμένα σοβαρότερα σχόλια σχετικά με την εκτίναξη του πληθωρισμού σε δυσθεώρητα ύψη.
Αυτό που οι περισσότεροι προτιμούσαν να αποσιωπούν είναι ότι η σημερινή οικονομική κρίση αποτελεί μεγέθυνση δομικών ανωμαλιών που παρατηρούνταν στη χώρα αρκετές δεκαετίες πριν από την άνοδο του Τσάβες στην εξουσία. Η λεγόμενη «Ολλανδική ασθένεια», που ξεκινάει από την εξάρτηση της οικονομίας από έναν και μόνο πλουτοπαραγωγικό πόρο όπως το πετρέλαιο, προκαλεί εκτίναξη του πληθωρισμού και αποβιομηχάνιση και είχε «μολύνει» την οικονομία από τη δεκαετία του 80. Αντίθετα τόσο ο Τσάβες όσο και ο Μαδούρο απέδειξαν ότι μια κυβέρνηση μπορεί αν θέλει να προστατεύσει τα φτωχότερα στρώματα από τον πληθωρισμό με τιμαριθμικές αναπροσαρμογές των μισθών και των συντάξεων. Έτσι η Βενεζουέλα έφτασε να είναι η χώρα με τις μικρότερες ανισότητες σε όλη τη Λατινική Αμερική και να βρίσκεται σε μια από τις καλύτερες θέσεις στον κόσμο.

Όταν βέβαια οι διεθνείς τιμές του πετρελαίου έπεσαν στα χαμηλότερα επίπεδα της δεκαετίας (ως αποτέλεσμα και των γεοπολιτικών παιχνιδιών της Σαουδικής Αραβίας, που πλημμύρισε την αγορά στον μαύρο χρυσό) η κυβέρνηση αδυνατούσε πλέον να ελέγξει την κατάσταση. Η μαύρη αγορά συναλλάγματος καθιστούσε πιο προσοδοφόρο για τους παραγωγούς να πουλάνε τα προϊόντα τους στο εξωτερικό και αυτό σε συνδυασμό με τις τεχνητές ελλείψεις που προκαλούσαν αρκετές μεγάλες αλυσίδες για πολιτικούς λόγους, άδειασε τα ράφια των σούπερ μάρκετ. Η σπέκουλα στη μαύρη αγορά λέγεται ότι προσφέρει πλέον περισσότερα κέρδη και από το εμπόριο ναρκωτικών καθώς σε αυτή εμπλέκονται από μεγαλοεπιχειρηματίες μέχρι φτωχές οικογένειες που αγοράζουν κρατικά επιδοτούμενα προϊόντα για να τα μεταπουλήσουν.

Το βασικό οικονομικό αμάρτημα λοιπόν των κυβερνήσεων Τσάβες και Μαδούρο δεν ήταν ούτε οι φιλολαϊκές του «σπατάλες», με τις οποίες ανέσυραν εκατομμύρια ανθρώπους από την απόλυτη φτώχεια ούτε η διαφθορά (η οποία βέβαια όχι μόνο δεν αντιμετωπίστηκε αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις αυξήθηκε). Το βασικό πρόβλημα ήταν ότι κανένας δεν προσπάθησε να τερματίσει την απόλυτη εξάρτηση της οικονομίας από το πετρέλαιο – και αυτό είναι ένα τεράστιο λάθος το οποίο όμως δεν έχει πολιτικό πρόσημο ούτε μπορεί να αποδοθεί σε κάποιου είδους σοσιαλιστική πολιτική. Ο σοσιαλισμός δεν απέτυχε στη Βενεζουέλα γιατί ποτέ δεν δοκιμάστηκε. Άλλωστε η εικόνα που προβάλλεται από τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης για την επιστροφή των εθνικοποιήσεων στη Βενεζουέλα απέχει έτη φωτός από την πραγματικότητα. Εκτός από ορισμένους κρίσιμους τομείς ενέργειας που πέρασαν στον έλεγχο του κράτους για να τερματιστεί η καταλήστευση των φυσικών πόρων οι εθνικοποιήσεις ήταν ελάχιστες. Όπως πολύ σωστά επεσήμαινε ο Κρις Γκίλμπερτ, καθηγητής πολιτικών επιστημών στο πανεπιστήμιο της Βενεζουέλας, η χώρα δεν κινήθηκε προς τον σοσιαλισμό αλλά πάτησε φρένο στην επέλαση του νεοφιλελευθερισμού. Και σε ορισμένες περιπτώσεις το να πατάς φρένο, όπως έλεγε παλαιότερα ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, αποτελεί και αυτό μια επανάσταση.

Άρης Χατηστεφάνου
Εφημερίδα Πριν 22/05/2016

CLOSE
CLOSE