Το ημερολόγιο έγραφε 1962 και μια βαριά σκιά κάλυπτε τον πλανήτη. Η αποτυχημένη εισβολή της CIA στον Κόλπο των χοίρων στην Κούβα και η κρίση των πυραύλων, που έφερε την ανθρωπότητα στο χείλος του πυρηνικού ολοκαυτώματος, δυναμίτιζαν τις σχέσεις της Ουάσινγκτον και της Μόσχας ενώ η Ευρώπη μετατρεπόταν σε βασικό θέατρο αντιπαλότητας του Ψυχρού Πολέμου. Ήταν εκείνη τη χρονιά που ο Έβαν Χάινριχ φον Κλάστ Σμένζιν, ένας από τους Γερμανούς αξιωματικούς που είχαν επιχειρήσει να δολοφονήσουν τον Χίτλερ με μια βαλίτσα γεμάτη εκρηκτικά, πραγματοποίησε στο Μόναχο την πρώτη διάσκεψη ασφαλείας.

Σχεδόν πέντε δεκαετίες αργότερα θα περίμενε κανείς ότι η διάσκεψη του Μονάχου θα φάνταζε σαν ένα ψυχροπολεμικό απολίθωμα. Παρόλα αυτά τα τελευταία χρόνια οι διοργανωτές κατάφεραν να επαναφέρουν τη διάσκεψη στο προσκήνιο και μάλιστα να την μετατρέψουν στη συμβολική αποτύπωση των κυρίαρχων τάσεων του πλανήτη. Το 2012 ήταν η χρονιά των τραπεζιτών καθώς συγκεντρώθηκαν στο ίδιο πάνελ ο τεχνοκράτης, μη-εκλεγμένος, πρωθυπουργός της Ιταλίας Μάριο Μόντι, ο πρόεδρος της Deutsche Bank AG, Γιόζεφ Άκερμαν, ο πρόεδρος της Παγκόσμιας Τράπεζας Ρόμπερτ Ζέλικ και ο… αποσταθεροποιητής καθεστώτων Τζόρτζ Σόρος.

Ενώ όμως η διάσκεψη κατάφερε να αποτινάξει τη ρετσινιά του γεωπολιτικού απολιθώματος του 20ου αιώνα ορισμένοι από τους αναλυτές, που παρακολούθησαν τις φετινές εργασίες είχαν την αίσθηση ότι ζούσαν στον… 19ο αιώνα. Με τη Γαλλία να δοκιμάζει την επιχειρησιακή της ετοιμότητα στο Μάλι, όπως έκανε πριν από έναν αιώνα, και τις ΗΠΑ να προϊδεάζουν την ανθρωπότητα για μια σειρά νέων πολεμικών περιπετειών, το επίθετο που θα μπορούσε να χαρακτηρίσει καλύτερα την φετινή σύνοδο δεν είναι «ψυχρόπολεμικό» αλλά «αποικιοκρατικό».

Ο εικοσαετής πόλεμος των ΗΠΑ

Δυο μόλις εβδομάδες πριν από την έναρξη των εργασιών ο πρόεδρος Ομπάμα, στην ομιλία του για την ανάληψη της δεύτερης προεδρίας των ΗΠΑ, υποστήριζε με στόμφο ότι «δέκα χρόνια πολέμου φτάνουν στο τέλος τους». Πριν αλέκτωρ λαλήσει τρεις όμως, ο Αμερικανός αντιπρόεδρος Τζο Μπάιντεν, στη δική του ομιλία στο Μόναχο, αποδεικνύει ότι ο Ομπάμα είναι από αναληθής έως ανερυθρίαστος ψεύτης.

Ίσως η χαρακτηριστικότερη και πιο τρομακτική για την σταθερότητα στον πλανήτη τοποθέτηση του Μπάιντεν να ήταν η προσπάθειά του να συνδέσει την οικονομική κρίση με τα νέα πολεμικά μέτωπα που ανοίγουν για τις ΗΠΑ σε όλο τον κόσμο. «Πραγματοποιούμε δύσκολα αλλά σημαντικά βήματα για να αντιμετωπίσουμε την μεγαλύτερη οικονομική κάμψη μετά τη Μεγάλη Ύφεση προκειμένου να είμαστε σε θέση να εκπληρώσουμε τις υποχρεώσεις μας στο εξωτερικό» είπε ο Αμερικανός αντιπρόεδρος. Όπερ μεθερμηνευόμενον, οι Αμερικανοί φορολογούμενοι θα συνεχίσουν να πληρώνουν το βαρύ τίμημα της ύφεσης προκειμένου η Ουάσινγκτον να μπορεί να πραγματοποιεί προβολή στρατιωτικής ισχύος σε κάθε γωνιά του πλανήτη.

Ο Μπάιντεν ξεκαθάρισε ότι το νέο θέατρο των πολεμικών επιχειρήσεων μετακινείται στη Βόρεια Αφρική, την περιοχή δηλαδή που αποσταθεροποιήθηκε περισσότερο μετά την αμερικανο-νατοϊκή επέμβαση στη Λιβύη. Εμμέσως πλην σαφώς απείλησε όμως και μια σειρά καθεστώτων από το Ιράν και τη Συρία μέχρι την Υεμένη και τη Σομαλία. «Η πολιτική μας δεν είναι η ανάσχεση» είπε χαρακτηριστικά ο Αμερικανός αντιπρόεδρος για το Ιράν αφήνοντας να εννοηθεί ότι η πολιτική των οικονομικών και πολιτικών κυρώσεων και η αρχή των πολεμικών επιχειρήσεων να πλησιάζει επικίνδυνα Στο ίδιο μήκος κύματος και ο απερχόμενος υπουργός Άμυνας του Ισραήλ, Εχούντ Μπάρακ, συμπλήρωσε ότι η Μέση Ανατολή δεν έχει βρεθεί σε μεγαλύτερη αναταραχή από την εποχή της κατάρρευσης της Οθωμανικής αυτοκρατορίας πριν από 90 χρόνια.

Ίσως πάντως η πιο αποκαλυπτική και ειλικρινής τοποθέτηση της αμερικανικής διπλωματίας να αφορούσε την επέκταση της κινεζικής επιρροής στην Αφρική. Ήταν προφανές από τα συμφραζόμενα του Μπάιντεν ότι η Ουάσινγκτον, με πρόσχημα την επανεμφάνιση ομάδων που συνεργάζονται με την Αλ Κάιντα, δεν θα διστάσει να υψώσει ενα στρατιωτικό ανάχωμα στην οικονομική διείσδυση του Πεκίνου στις ενεργειακές πηγές της Αφρικής.
Η Ευρώπη πήρε το όπλο της.

Εάν όμως η ανθρωπότητα είναι συνηθισμένη να ακούει τα αμερικανικά τύμπανα του πολέμου η φετινή σύνοδος του Μονάχου έδειξε ότι και η Γηραιά Ήπειρος βλέπει την έναρξη νέων πολεμικών επιχειρήσεων σαν μια ευκαιρία αιματηρής εξόδου από την κρίση. Το τόνο για τους Ευρωπαίους έδωσε φυσικά η Γαλλία και ο πρόεδρος Φρανσουά Ολάντ, ο οποίος έλαμπε δια της απουσίας του. Ουσιαστικά ο λόγος για τον οποίο δεν μπόρεσε να παρευρεθεί ήταν ότι έπρεπε να βρίσκεται στο Παρίσι για να στεφθεί τις δάφνες της στρατιωτικής του επιτυχίας στο Μάλι. Η πλούσια σε πρώτες ύλες (και συνορεύουσα με τεράστια κοιτάσματα ουρανίου) πρώην αποικία της Γαλλίας είχε περάσει εκ νέου υπό τον στρατιωτικό έλεγχο του Παρισιού. Παρά τις δημόσιες εξαγγελίες μάλιστα ότι η παρουσία των γαλλικών ενόπλων δυνάμεων στην αφρικανική χώρα θα είναι περιορισμένης χρονικής διάρκειας το συμπέρασμα στο οποίο θα κατέληγε κανείς παρακολουθώντας τις τοποθετήσεις των Γάλλων αξιωματούχων στο Μόναχο, ήταν ακριβώς το αντίθετο.

Αντιλαμβανόμενο την μετατόπιση της παγκόσμιας προσοχής προς την Αφρική το Βερολίνο έσπευσε να τοποθετηθεί στη νέα γεωπολιτική σκακιέρα προσφέροντας στρατιωτικές υπηρεσίες στις γαλλικές επιχειρήσεις στο Μάλι. Σε αντίθεση πάντως με τις ΗΠΑ, η γερμανική διπλωματία απέφυγε οποιαδήποτε αντιπαράθεση με το Πεκίνο και πολύ περισσότερο με τη Μόσχα η οποία υπήρξε και πάλι το μαύρο πρόβατο στα σχέδια της Ουάσινγκτον και αρκετών ευρωπαϊκών δυνάμεων. «Η συνεχιζόμενη τραγωδία στη Συρία» ξεκαθάρισε ο Ρώσος υπουργός Άμυνας, Σεργκέι Λαβρόφ, «οφείλεται στην εμμονή ορισμένων που πιστεύουν ότι η ανατροπή του Ασαντ πρέπει να είναι ή υπ’ αριθμόν ένα προτεραιότητα».

Η Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου βρέθηκε λοιπόν και πάλι στην πρώτη γραμμή των γεωπολιτικών αντιπαραθέσεων. Το πνεύμα όμως του ιδρυτή της, ο οποίος ήθελε να δολοφονήσει τον Χίτλερ για να τερματίσει ένα πόλεμο, ήταν προκλητικά απών.

Άρης Χατζηστεφάνου
Επίκαιρα Φεβρουάριος 2013

Σχετικά θέματα:

CLOSE
CLOSE