Πηγή: k-lab
Λίνα Θεοδώρου, Δημήτρης Πούλιος

Η αυγή του νεωτερικού δικαίου, όπως εύστοχα ανέλυσε ο ρώσος νομικός Πασουκάνις, έχει ταυτιστεί με την έγνοια για τη ρύθμιση των σχέσεων μεταξύ εμπορευματοκατόχων που βρίσκονται σε ένα ατέλειωτο κύκλο οικονομικών συναλλαγών, εναλλασσόμενοι σαν χορευτές βαλς στους ρόλους δανειστή-οφειλέτη, Ωστόσο, το “χρέος” ως ρυθμιστική αρχή δεν έχει εγκαταλείψει το προσκήνιο της παγκόσμιας οικονομίας και πολιτικής. Από τα οικονομικά πακέτα ενίσχυσης μετά το τέλος του ΒΠΠ ως τα χρεωμένα μετα-αποικιακά κράτη, ο μηχανισμός του χρέους έχει φανεί πολύ χρήσιμος στη διάρθρωση πολιτικών σε σχέση με συγκεκριμένες κατευθύνσεις. Ειδικά στην Ελλάδα του 21ου αιώνα, το χρέος έχει αποτελέσει το διαρκές σημείο διαψηφισμών, αλλά και η διακριση μνημόνιο-αντιμνημόνια ουσιαστικά ορίζεται σε σχέση με αυτό.

Ωστόσο, η ιστορία της οφειλής, της ενοχής του ατόμου προς απόδοση χρηματικής οφειλής, δεν τελειώνει στο μακρόκοσμο της οικονομίας, αλλά διαχέεται στη μικροφυσική των υποκειμενικών σχέσεων. Οφειλές στον εφορία, στις τράπεζες, στις εταιρείες τηλεφωνίας, η ζωή στην Ελλάδα μπορεί να συνοψισθεί σε ένα μακρύ κατάλογο ενοχών, που ακολουθούν τους ανθρώπους όπως τα ζόμπι στα αμερικάνικα b-movies, και ακολουθώντας τις ίδιες αρχές με αυτά, δεν πεθαίνουν και είναι αδύνατο να τα ξεφορτωθείς. Το νέο ασφαλιστικό έρχεται να προστεθεί σε αυτό τον μακρύ κατάλογο με τις διαρκώς διογκούμενες ενοχές, καθώς αυξάνει οριζοντίως τις εισφορές που καλούνται να πληρώσουν οι ελεύθεροι επαγγελματίες. Ειδικά για τους νεοεισερχόμενους στα ελεύθερα επαγγέλματα, η συγκεκριμένη εξέλιξη θα σημάνει τον πλήρη αποκλεισμό τους, καθώς θα υποχρεούνται να καταβάλουν πλέον του 60% των απολαβών τους συμπεριλαμβανομένων και των φορολογικών υποχρεώσεων. Δε θα ήταν υπερβολή μάλιστα να παρατηρήσει καμιά και κανείς ότι είναι η πιο απερίφραστη ώθηση στη μετανάστευση που έχει δεχτεί η νέα γενιά επιστημόνων.

Επιστρέφοντας στην θεωρία, η ενοχή αποτελεί έννοια κεντρικής σημασίας για την ανάλυση της υποκειμενοποίησης και τους μηχανισμούς εξουσίας στο υποκείμενο. Από το Νίτσε και το Φρόυντ μέχρι το Φουκώ και τη Μπάτλερ, η ενοχή βρίσκεται στον πυρήνα της συγκρότησης του νεωτερικού αυτο-πειθαρχούμενου υποκειμένου, καθώς έχει εσωτερικευθεί και δεν βρίσκεται πλέον εκτός του, αλλά εντός αυτού. Στο μίνι ντοκιμαντέρ «Faces of Student Debt Crisis in America» του AJ+ για παράδειγμα, η Ντον Λούεκ περιγράφει ακριβώς αυτή τη «συνείδηση της ενοχής». Με χρέη χιλιάδων ευρώ η Λούεκ νιώθει «ντροπή» για τον ίδιο της τον εαυτό και την αδυναμία της να μπορέσει να ανταποκριθεί στις οικονομικές τις υποχρεώσεις. Το «χρέος» είναι για την ίδια ένας είδος προσωπικής αποτυχίας, είναι η “δυστυχισμένη συνείδηση” της νέας και του νέου εργαζόμενου/ης, σ.1

«αυτό ο τρόμος απέναντι στις αισθήσεις, απέναντι στο ίδιο το λογικό, αυτός ο φόβος μπροστά στην ευτυχία και την ομορφιά, αυτή η επιθυμία απομάκρυνσης από κάθε φαινομενικότητα, αλλαγή, γίγνεσθαι, θάνατο, ευχή, κι από την ίδια την επιθυμία – όλα αυτά σημαίνουν βούληση για το μηδέν, μια αποστροφή για τη ζωή, μια εξέγερση κατά των βασικότερων προϋποθέσεων της ζωής. Όμως, παρ’ όλα αυτά, είναι και παραμένει βούληση! […] Ο άνθρωπος προτιμά το να θέλει το μηδέν παρά να μη θέλει τίποτα.»
Φρειδερίκος Νίτσε σ.2

Γενεακότητα και ταξική πάλη.

«Ένα μόνον δεν θα ανεχθούμε: να την πληρώσουν και πάλι οι φτωχοί, οι αδύναμοι και τα συνήθη υποζύγια»
Γεώργιος Κατρούγκαλος, 20/1/2016

Μετά τη συμφωνία του Αυγούστου και την εναρμόνιση του ΣΥΡΙΖΑ στις πολιτικές της λιτότητας, οι κοινωνικές συμμαχίες του κόμματος αλλάζουν, καθώς προσπαθεί να κερδίσει τις εκλογές του Σεπτέμβρη. Οι μνημονιακές δεσμεύσεις πλήττουν ευρύτατα τα χαμηλά και μεσαία κοινωνικά στρώματα, εντούτοις για λόγους ρητορείας αλλά και διαχωρισμού από τα δεξιά και εκσυγχρονιστικά μορφώματα, ο ΣΥΡΙΖΑ πασχίζει να διατηρήσει ένα φιλολαϊκό προφίλ. Η υπεράσπιση του επίμαχου νομοσχεδίου από στελέχη και βουλευτές της Κυβέρνησης, συνοδεύεται από διαβεβαιώσεις για την ταξική μεροληψία του. Οι διαδηλωτές, ελεύθεροι επαγγελματίες, αγρότες, κατά του ασφαλιστικού σκιαγραφούνται ως οπαδοί του «Μένουμε Ευρώπη», φραγκάτες κυρίες, μουράτοι χαρτογιακάδες, δεξιοί και φιλελεύθεροι σαμποτέρ του έργου κοινωνικής σωτηρίας.

Στο σημείο αυτό, αναρωτιόμαστε σε ποιον τελικά προσπαθεί να αποδείξει ο ΣΥΡΙΖΑ την ταξική μονομέρεια του, εφόσον για το νεολαιίστικο κομμάτι των ελεύθερων επαγγελμάτων, οι αιτιάσεις αυτές μόνο τα αντίθετα αποτελέσματα της οργής μπορούν να προκαλέσουν. Η μοναδική προσέγγιση που φωτίζει το φαινόμενο αυτό, είναι ότι ακόμη και εντός της ίδιας τάξης ή κοινωνικής ομάδας, μια περαιτέρω διαφοροποίηση που γίνεται είναι μεταξύ νέων και παλιών εργαζομένων. Από τις μαθητείες και τον διαφορετικό κατώτατο μισθό, σήμερα στις ασφαλιστικές εισφορές, οι νέοι και νέες αντιμετωπίζονται ως καμένο χαρτί, και γίνονται η κορωνίδα της διαδικασίας της κεφαλαιακής συσσώρευσης. Χωρίς γραφεία, χωρίς δικά τους σπίτια, χωρίς αποταμιεύσεις, αποτελούν την κοινωνική ομάδα που έχει να χάσει τα λιγότερα και διάκειται περισσότερο θετικά για πολιτικά σχέδια σύγκρουσης με την ΕΕ και την Τρόικα. Εν ολίγοις, είναι το εκλογικό σώμα, το οποίο είναι δυσαρεστημένο με τη δεξιά στροφή του ΣΥΡΙΖΑ, αφού το «κακό που απετεύχθη» δεν θεωρούνταν από αυτό η συντέλεια, όπως παρουσιαζόταν.

«Μια ελευθερία ακόμη καθηλωμένη εντός της δουλείας.»
Φρειδερίκος Χέγκελ, Η φαινομενολογία του Πνεύματος σ.3

Πέρα όμως από το επίπεδο των κοινωνικών συμμαχιών στον ελλαδικό χώρο, η συγκεκριμένη αναδιάρθρωση έχει μια ακόμη ενδιαφέρουσα όψη, που την εντάσσει σε μια κεντρική στρατηγική του νεοφιλελευθερισμού. Καθώς, οι εισφορές στα ταμεία είναι απαιτητές ανεξαρτήτως του αν κανείς εμφανίζει εισοδήματα, με κατώφλι ετησίως τα 2.500 ευρώ για ασφάλιση και υγεία, και με τη νεανική ανεργία στο 50% και τους μισθούς χαμηλούς, το εκρηκτικό αποτέλεσμα όλων των παραπάνω θα είναι η συσσώρευση χρεών για τους νέους που ασκούν ή ελπίζουν να ασκήσουν ελεύθερα επαγγέλματα. Κάπου εδώ το νέο ασφαλιστικό συναντάει την ανάλυση του “χρεωμένου ανθρώπου” και του “υποκειμένου-επιχειρηματία”

Στη σκέψη του Φουκώ ο ρόλος της “ενοχής” έχει ένα επιπλέον ιδιαίτερο βάρος, καθώς το υποκείμενο “ελεύθερο” πλέον, δεν υποτάσσεται στη βούληση κάποιου τρίτου, αλλά καθώς έχει συγκροτηθεί με γνώμονα συγκεκριμένες νόρμες, οι πράξεις του οδηγούνται από αυτές χωρίς να του επιβάλλονται. Συγκεκριμένα, στο νεοφιλελεύθερο πλαίσιο, το ιδανικό υποκείμενο είναι ο επιχειρηματίας εαυτού, αυτό δηλαδή που θα διαχειρίζεται ως μάνατζερ τα προσόντα και τις δεξιότητες του. Η επίτευξη αυτή περνάει μέσα από την απογύμνωση του κράτους από τον κοινωνικό του χαρακτήρα, καθώς τα άτομα πρέπει να αναλαμβάνουν εξολοκλήρου την ευθύνη για τη ζωή τους, και να βρίσκονται μόνιμα υπό την αβεβαιότητα της επιβίωσης. Έτσι η εργασία όπως και άλλες πτυχές της καθημερινότητας είναι πλέον υπόθεση του υποκειμένου. Η μεταφορά αυτής της λογικής στο επίπεδο της κοινωνικής πρόνοιας έχει δημιουργήσει σημαντικές τομές στην πρόσληψη εννοιών όπως η φτώχεια, η απασχόληση και γενικότερα σε όλο το πλαίσιο ρύθμισης της αγοράς εργασίας.

2

Ο περιορισμός του κοινωνικού κράτους, πέρα από τα στενά οφέλη που έχει για το κεφάλαιο, το άνοιγμα νέων αγορών ως πεδία κερδοφορίας, αποκτά ένα στρατηγικότερο χαρακτήρα. Περιβάλλεται ηθικών αξιών, όπως η προστασία του κοινωνικού συνόλου από ανεύθυνα άτομα, που ζώντας εις βάρος άλλων αποτελούν ένα ηθικό κίνδυνο καθώς εντάσσονται στην αγορά για να μετέλθουν της συλλογικής ζωής. Το υποκείμενο εντός του νεοφιλελευθερισμού είναι αποδεκτό όχι απλά όταν δρα εντός τις αγοράς αλλά και όταν δρα σε επίπεδο ψυχισμού σαν διαχειριστής ενός κεφαλαίου, του εαυτού του. Η απαραίτητη ώθηση προς την κατεύθυνση αυτή, της συνεχούς μέριμνας για την εκμεταλλευσιμότητα του υποκειμένου από τον ίδιο του το εαυτό, δίνεται με τον αποκλεισμό κάθε άλλης εναλλακτικής δυνατότητας για επιβίωση.

Ήδη από τη δεκαετία του 1960, ο «πόλεμος ενάντια στη φτώχεια» (War on Poverty) στις ΗΠΑ του Λίντον Τζόνσον ήταν μια πρώτη προσπάθεια στοχοποίησης των φτώχων σαν μια «ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα». Η φτώχεια δεν ήταν αποτέλεσμα δομικών χαρακτηριστικών του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής άλλα όπως υποστήριζε ο Χάρινγκτον «Η νέα φτώχεια στις Ηνωμένες Πολιτείες έχει κατασκευαστεί για να καταστρέφει κάθε έννοια προοπτικής… είναι μια κουλτούρα, ένας θεσμός, ένας τρόπος ζωής». Η «κουλτούρα της φτώχειας» θα αποτελέσει βασική ιδεολογική προμετωπίδα επίθεσης στο κράτος πρόνοιας και στο εργατικό κίνημα τις επόμενες δεκαετίες.

Τομές όμως γίνονται και στο τρόπο με τον οποίο γίνεται αντιληπτή η φύση της εργασίας. Στη προσπάθεια τους για παράδειγμα να αντιμετωπιστεί η μεγάλη ανεργία που άφησαν πίσω οι πολιτικές των κυβερνήσεων Μέιτζορ και Θάτσερ στα μέσα της δεκαετίας του 1990, οι Νέοι Εργατικοί εισάγουν τον όρο worklessness σαν μια προοδευτική στρατηγική ρύθμισης της αγοράς εργασίας και ενίσχυσης της απασχόλησης. Ο Τόνι Μπλερ μιλούσε για μια νέα τάξη «χωρίς εργασία» (workless class), γέννημα της παγκοσμιοποίησης και της κοινωνίας της γνώσης. Αλλά ο όρος έφερνε και μια νέα κατεύθυνση. Η κατάσταση αυτή που βίωνε ο άνεργος δε θεωρήθηκε σαν αποτέλεσμα μακροοικονομικών πολιτικών αλλά αποτέλεσμα της συμπεριφοράς του ίδιου του ανέργου. Τα προσωπικά οικονομικά προβλήματα, η μεγάλη διάρκειας ανεργία ήταν αποτέλεσμα προσωπικών αποτυχιών, ανευθυνότητας, μια ατομική υπόθεση. Έτσι και οι λύσεις έπρεπε να είναι αντίστοιχες. Από την προσπάθεια δημιουργίας θέσεων εργασίας πήγαμε σε λογικές δημιουργίας «κινήτρων» και ενίσχυσης των «δεξιοτήτων» των εργαζομένων και των ανέργων.

Στην ουσία μια σειρά παράλληλων ιδεολογιών από τη Νέα Δεξιά μέχρι τη φουτουρολογία του Τρίτου Δρόμου θα προωθήσουν συντεταγμένα έναν προωθημένο μετασχηματισμό του προνοιακού ρόλου του κράτους και της αγοράς εργασίας.

Στο ασφαλιστικό του ΣΥΡΙΖΑ οι λογικές αυτές υιοθετούνται πλήρως. Το κράτος αρχικά αποσύρεται από την υποχρέωσή του να παρέχει σύνταξη πέρα από ένα μικρό ποσό, που τώρα ορίζεται στα 384 Ευρώ. Για την «υπόλοιπη» σύνταξη ευθύνη έχει ο εργαζόμενος. Έτσι το δικαίωμα στην υγειονομική περίθαλψή, στη σύνταξή, στην ασφάλεια από οικουμενικό δικαίωμα μετατρέπεται σε μια προσωπική υπόθεση. Μέσα από ένα ανταποδοτικό σύστημα οι ασφαλιστικές εισφορές προσδιορίζονται με βάση το εισόδημα σε ποσοστό που φτάνει στο 38,45%. Η κυβέρνηση θεωρεί ότι εισάγει μια νέα λογική “δικαίου” στην εργασία και την ασφάλιση, όπου “όσο έχεις δουλέψει τόσα θα πάρεις”. Στην πραγματικότητα δεν απέχουμε και πάρα πολύ από το επόμενο βήμα που είναι η πλήρης ιδιωτικοποίηση της ασφάλισης.

Μια κοινωνική πρόνοια για τους “εξαιρετικούς” και τους “καινοτόμους”;

Για πολλούς νέους επιστήμονες η κατάσταση που θα δημιουργηθεί θα σημάνει και την ολοκληρωτική απομάκρυνση από την άσκηση του επαγγέλματος. Στα επόμενα χρόνια μόνο μια μικρή ελίτ θα μπορεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της σε επίπεδο φορολογίας και εισφορών. Το γεγονός αυτό θα οδηγήσει σε μετάλλαξη της γεωγραφίας πολλών επαγγελμάτων ευνοώντας τη συγκέντρωση σε μεγάλα γραφεία και επιχειρήσεις. Ένα μικρό επίσης κομμάτι ίσως επιβιώσει μέσα από προγράμματα της ΕΕ για την ενίσχυση της καινοτόμας και νεανικής επιχειρηματικότητας, επιβεβαιώνοντας ίσως σε κάποιους το νεοφιλελεύθερο μοτίβο επιτυχίας και εξέλιξης του υποκειμένου-επιχειρηματία.

Το χειρότερο βέβαια με τις τομές σε ασφάλιση και εργασία που προωθεί η κυβερνώσα Αριστερά είναι ότι δημιουργεί ένα πλαίσιο όπου η κοινωνική πολιτική και πρόνοια ευνοεί μόνο κάποιες προνομιούχες μειονότητες. Άλλα η κοινωνική πολιτική δεν είναι για αυτούς “που μπορούν άλλωστε να φροντίσουν ήδη τον εαυτό τους” όπως χαρακτηριστικά υποστήριζε ο Έρικ Χομπσμπάουμ. ¨Είναι για να ωφελούνται οι απλοί άνθρωποι, εκείνοι που δεν είναι ιδιαίτερα έξυπνοι και ενδιαφέροντες, δεν είναι ούτε επιτυχημένοι ούτε προορισμένοι να πετύχουν, δεν είναι τέλος πάντων, τίποτα το εξαιρετικό”. Ίσως μια συμμαχία των “μη εξαιρετικών”, των νέων που ζούνε ανάμεσα σε καθεστώς επισφάλειας και ανεργίας, των άνεργων, των ελεύθερων επαγγελματιών που φτωχοποιούνται, όλων αυτών που ζούνε από τι δουλειά τους, μπορούν να δώσει και τη λύση συγκροτώντας ένα μέτωπο απέναντι στην κυβερνητική πολιτική.

Ο πίνακας είναι του Geoffrey Johnson, «Figures in Black, Yellow and Green,» 2008. Λάδι σε καμβά.

20
CLOSE
CLOSE