Διονύσης Ελευθεράτος

Εφημερίδα ΠΡΙΝ 27/06/2015

Με αφορμή ένα εξαιρετικό βιβλίο κι έναν εθνικόφρονα «που μένει Ευρώπη»

Το κείμενο του Δημήτρη Μανιά­τη («tanea.gr») αναφερόταν στην πρώτη εκ των δυο συγκεντρώσε­ων, τις οποίες πραγματοποίησαν προσφάτως οι μνημονιακοί «νε­οφιλελέδες» στην πλατεία Συντάγματος. Το τε­λευταίο απόσπασμα: «Και μπορεί οι δύο κυρί­ες που στέκονταν στην είσοδο της «Μεγάλης Βρετανίας» να ήταν όντως ανιδιοτελείς, ευρω­παΐστριες, μετριοπαθείς και με έγνοια για τη θέ­ση της χώρας. Ο διπλανός τους κύριος, όμως, με την ελληνική σημαία που φώναζε «φέρτε τον Σκόμπι μάλλον είχε διαφορετική άποψη».

Ναι, «φέρτε τον Σκόμπι»… Αντι – αριστερή υστερία, θα πείτε. Ικανή να κατεβάζει στο δρό­μο ακόμη και τύπους που φαντάζουν σαν γρα­φικοί «δελαπατρίδηδες» μιας σκληρής Δεξιάς, η οποία εκθέτει τα ιστορικά σημεία αναφοράς της, κάπου ανάμεσα σε νυν ή επίδοξους γιάπηδες.

Εθνικοφροσύνη και ευρω – φροσύνη, Μπαλτάκοι και Μπάμπηδες, αλλά και λίγο ρε­τρό. Με ανθρώπους που δεν έχουν ιδέα από «σπρεντ», αλλά ίσως θυμούνται καλά τα οπλο­πολυβόλα «μπρεντ». Με τύπους που αναπο­λούν τον Σκόμπι έξω από τη «Μεγάλη Βρε­τανία», την εποχή του Σόιμπλε και της Μεγά­λης Γερμανίας.

Εύκολο θα ήταν να χλευάσεις τον εθνικό­φρονα «Σκομπικό», να καγχάσεις επειδή μπέρ­δεψε «προστάτες» και εποχές. Για σταθείτε, όμως… Τίποτε άλλο στις ημέρες μας δεν θυμί­ζει την εποχή του Σκόμπι, παρά μόνο η έκκλη­ση ενός «πυροβολημένου» δεξιού;

Ας μας επιτραπεί να διατηρούμε αμφιβολί­ες. Αντιγράφουμε από το εξαιρετικό βιβλίο του Μενέλαου Χαραλαμπίδη Δεκεμβριανά 1944, η μάχη της Αθήνας (εκδόσεις Αλεξάνδρεια), για κάποια από όσα προηγήθηκαν της αιματο­χυσίας στην πλατεία Συντάγματος: «Ως προς την αντιμετώπιση του επισιτιστικού, η κυβέρ­νηση ήταν απόλυτα εξαρτημένη από τη βρετα­νική βοήθεια. Έτσι, όταν στις 3 Νοεμβρίου, σε σύσκεψη του πρωθυπουργού και του οικονο­μικού επιτελείου με τον Χάρολντ Μακμίλλαν, η ελληνική πλευρά ζήτησε την αύξηση των προ­μηθειών και τη σύναψη δανείου, ο Μακμίλλαν απάντησε ότι δεν αναμένεται περαιτέρω βοή­θεια αν δεν γινόταν απολύτως ξεκάθαρο ότι θα λαμβάνονταν όλα τα αναγκαία μέτρα όχι μόνο για να επιτευχθεί η σταθεροποίηση της οικονο­μίας αλλά και για να διατηρηθεί. Με κύριο μέ­σο πίεσης την επισιτιστική βοήθεια, ο Μακμίλ­λαν ζήτησε την αλλαγή του συστήματος υπο­λογισμού των μισθών και την επίτευξη ισοσκε­λισμένου προϋπολογισμού με μέτρα πέρα από τα αμιγώς πληθωριστικά. Αυτό συνεπαγόταν περικοπές δαπανών μισθοδοσίας, εμφάνιση φορολογικών εσόδων και άμεση προσφυγή σε εσωτερικό δανεισμό» (σελίδα 40, με παραπο­μπή του συγγραφέα στο έργο του Μακμίλλαν «The Blast Of War», σελ. 493).

Και ακόμη: «Ο Θανάσης Χατζής, γενικός γραμματέας του ΕΑΜ κατά τη διάρκεια της Κα­τοχής, υποστηρίζει ότι η απαίτηση των βρετα­νών οικονομικών εμπειρογνωμόνων για την επίτευξη ισοσκελισμένου προϋπολογισμού αποκλειστικά με εσωτερικούς πόρους, «χωρίς να προβλέπονται έσοδα από τις κατασχέσεις των περιουσιών των δωσίλογων για οικονομι­κή συνεργασία, ούτε των «τσακαλιών μαυρα­γοριτών», αποτελούσε την κορύφωση του «συ­στηματικού οικονομικού σαμποτάζ› που έκαναν οι Βρετανοί από κοινού με την ελληνική ‹αντί­δραση». Διατηρώντας στο «απυρόβλητο» τους «ντόπιους κεφαλαιούχους», πρόβαλλαν διαρ­κώς εμπόδια στα «μεγαλόπνοα» σχέδια του εα­μικού οικονομικού επιτελείου (…), επιβάλλο­ντας ‹λιτότητα και μετά τη θανατερή πείνα της Κατοχής» (σελ. 40 -41).

Αλήθεια, διαβάζοντας πως οι Βρετανοί αξίω­ναν σκληρά μέτρα λιτότητας σε μία χώρα, στην οποία ακόμη «βασίλευε» η ένδεια ή και η πεί­να, καθώς και ότι εκβίαζαν με την απειλή άρσης της επισιτιστικής βοήθειας (ένα είδος …ρευστό­τητας της εποχής), δεν ανακαλύπτετε ορισμέ­νες θλιβερές ομοιότητες με τη σημερινή εποχή;

Διαβάστε όμως και αυτό το απόσπασμα, από το βιβλίο του Μ. Χαραλαμπίδη: «Για να αυξη­θούν οι διανομές τροφίμων από 1.100 σε 2.000 θερμίδες ανά άτομο, οι εαμικοί υπουργοί Οι­κονομικών και Εργασίας αναγκάστηκαν να δε­χθούν τον ορισμό ιδιαίτερα χαμηλών ημερομι­σθίων. Η απογοήτευση εργατών και υπαλλή­λων από τη μισθολογική πολιτική είναι εμφα­νής». Συνέχεια: «Σε εαμική εφημερίδα υπαλ­λήλων της Εθνικής Τράπεζας αναφερόταν: ‹Ο μισθός που μας καθορίστηκε είναι μισθός πεί­νας (…). Δεχόμαστε φυσικά πως χρειάζονται θυ­σίες. Όμως δεν μπορούμε να ανεχθούμε απο­κλειστικά ο εργαζόμενος λαός να τις υποστεί στο ακέραιο (…). Η Τράπεζα, που ωφελήθη­κε επενδύοντας τις καταθέσεις με χρεόγραφα, ακίνητα και χρυσάφι, να υποστεί κι αυτή το βά­ρος μιας στοιχειώδικης αύξησης μισθών κατά 50% που βρίσκεται μέσα στα πλαίσια των δι­κών μας θυσιών».

Κατόπιν όλων αυτών, διστάζουμε πολύ να χαρακτηρίσουμε «εκτός χρόνου» τον δεξιό τύ­πο που φώναζε «φέρτε τον Σκόμπι», στις 18 Ιουνίου 2015, στην πλατεία Συντάγματος. Και μπορεί μεν η ιστορία να μην επαναλαμβάνεται ποτέ με πανομοιότυπο τρόπο, αλλά ο προσε­κτικός μελετητής της, θα κουνήσει αρκετές φο­ρές το κεφάλι, αναλογιζόμενος για παράδειγμα τις λανθασμένες εκτιμήσεις της τότε αριστερής ηγεσίας για το «ως πού θα έφθαναν» οι Βρετα­νοί, δηλαδή ο «διεθνής παράγοντας» της επο­χής, όχι οι «εταίροι», αλλά οι «σύμμαχοι»…

Εάν, πάντως, τύχει να δείτε τον οπαδό του Σκόμπι να τραβάει κατά το Σύνταγμα και στο μέλλον, ψιθυρίστε του ευγενικά στο αφτί πως δεν πρέπει να είναι σίγουρος ότι σύσσωμος ο κόσμος της Αριστεράς θα προσυπογράψει «Βάρκιζες». Κι αν ο θυμός του φέρει ταχυκαρ­δία, αφήστε τις διπλανές αρωματισμένες ευρω- κυρίες να τον συνεφέρουν.

CLOSE
CLOSE