Καθώς η Ιταλία βυθιζόταν, τις προηγούμενες ημέρες, σε μια ακόμη κυβερνητική κρίση, από την οποία όλα έδειχναν ότι θα προέκυπτε ένας ακόμη πρωθυπουργός χωρίς άμεση εκλογική νομιμοποίηση, η εφημερίδα Financial Times έφερε στο φως συγκλονιστικές λεπτομέρειες για την σχεδόν πραξικοπηματική αναρρίχηση στην εξουσία του τεχνοκράτη, πρώην υπαλλήλου της Goldman Sachs, Μαριο Μόντι.

Μια υπόθεση, που μέχρι σήμερα χαρακτηριζόταν θεωρία συνωμοσίας επιβεβαιώθηκε ουσιαστικά από τον ίδιο τον Μόντι σε μια ατυχή, γι’ αυτόν συνέντευξη. Το μόνο που έλειπε ήταν να συνδέσει κανείς τα νέα στοιχεία για να συνειδητοποιήσει το ρόλο που έπαιξαν τέσσερις Ιταλοί στην ανατροπή μιας δημοκρατικά εκλεγμένης κυβέρνησης.

Η ιστορία που μας διηγούνται οι Fianancial Times μας φέρνει πίσω στο Νοέμβριο του 2011 όταν η πανευρωπαϊκή κρίση στην αγορά ομολόγων, η οποία οδηγεί την ευρωζώνη στα όια της ολοκληρωτικής κατάρρευσης κλυδωνίζει επικίνδυνα και την Ιταλία. Η εκτόξευση των spreads θα αποτελέσει το κομβικό σημείο της κρίσης που θα οδηγήσει στην παραίτηση του Σίλβιο Μπερλουσκόνι.

To πρόβλημα, όπως αποκάλυψε η βρετανική εφημερίδα είναι ότι η πολιτική κρίση δεν αποτέλεσε κεραυνό εν αιθρία για το Ιταλικό κατεστημένο. Ο ίδιος ο Μόντι παραδέχθηκε σε συνέντευξή του ότι ήδη από το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς ο πρόεδρος της Ιταλίας, Τζόρτζιο Ναπολιτάνο, τον είχε καλέσει για να διερευνήσει το ενδεχόμενο ανάληψης από τον ίδιο της πρωθυπουργίας, στη θέση του εκλεγμένου Σίλβιο Μπερλουσκόνι. Ο Καβαλιέρε είχε ήδη αρχίσει να γίνεται «φορτικός» για τις φιλοευρωπαϊκές οικονομικές ελίτ της χώρας και πολύ περισσότερο για το Βερολίνο, αφού εξέφραζε τα συμφέροντα ενός τμήματος της ιταλικής ολιγαρχίας που διεκδικούσε μεγαλύτερες ελευθερίες από τη γερμανική οικονομική αυτοκρατορία. Όπως αποκάλυψε μάλιστα σε βιβλίο του που κυκλοφόρησε πρόσφατα ο Λορένζο Μπίνι-Σμάγκι, πρώην ανώτατο στέλεχος της ΕΚΤ, ο Μπερλουσκόνι συζητούσε σοβαρά το ενδεχόμενο εξόδου από την ευρωζώνη, γεγονός που έστελνε κύματα πανικού προς το Βερολίνο. Το αν ο Ιταλός πρωθυπουργός ήθελε απλώς να μπλοφάρει, προκειμένου να εξασφαλίσει ευνοϊκότερης μεταχείρισης από την ΕΕ ή αν πίστευε ότι η επιστροφή στο εθνικό νόμισμα αποτελούσε την καλύτερη δυνατή λύση για την ανάκτηση της ιταλικής ανταγωνιστικότητας και την έξοδο από την κρίση, παραμένει ακόμη και σήμερα άγνωστο. Το βέβαιο είναι ότι ισχυροί κύκλοι στις Βρυξέλλες αλλά και στην Ιταλία ήθελαν πλέον την κεφαλή του επί πίνακι και προετοίμαζαν τον Μόντι για το διάδοχο τεχνοκρατικό σχήμα.

Ο Μόντι ενημέρωσε αμέσως ορισμένους στενούς φίλους του τραπεζίτες αλλά και τον Ιταλό πρώην πρωθυπουργό Ρομάνο Πρόντι, οι οποίοι του έδωσαν τις ευχές τους και όπως φαίνεται καθόρισαν και τον χρόνο της «δημοκρατικής εκτροπής» στην περίοδο μεταξύ Σεπτεμβρίου και Δεκεμβρίου του 2011 – όπως και έγινε. Συγκεκριμένα ο Πρόντι φέρεται να προειδοποίησε τον Μόντι ότι όταν τα spread των ιταλικών ομολόγων ξεπεράσουν τις 300 μονάδες (εκείνη την περίοδο βρίσκονταν στις 220 με 250) θα τον καλέσουν να κυβερνήσει. Μέσα σε λίγους μήνες τα ιταλικά spread ξεπέρασαν τις 500 μονάδες και ο τεχνοκράτης της Goldman Sachs εισήλθε στο πρωθυπουργικό μέγαρο.

Παράλληλα με τις διερευνητικές κινήσεις προς τον Μάριο Μόντι το τραπεζικό κατεστημένο της Ιταλίας ανέθεσε στον τραπεζίτη Κοράντο Πασέρα, ο οποίος στη συνέχεια θα γινόταν υπουργός οικονομικής ανάπτυξης στην κυβέρνηση Μόντι, να συντάξει ένα κείμενο για τη «θεραπεία σοκ» που θα έπρεπε να επιβάλλει στη χώρα η νέα τεχνοκρατική κυβέρνηση. Πρόκειται προφανώς για τις πολιτικές σκληρής λιτότητας, οι οποίες βύθισαν τη χώρα βαθύτερα στην κρίση και, όπως ακριβώς συνέβη και στην Ελλάδα μετά την πρωθυπουργοποιήση Παπαδήμου, είχαν ως αποτέλεσμα την ραγδαία αύξηση του δημοσίου χρέους. Η απόρρητη έκθεση 196 σελίδων ίσως να θυμίζει σε ορισμένους το περίφημο «τούβλο» για το οποίο μιλούσε η Ναόμι Κλάιν στο βιβλίο της «Το δόγμα του σοκ» – δηλαδή το οικονομικό πρόγραμμα που είχε συντάξει η σχολή του Σικάγου για την Χιλή πριν την κατάληψη της εξουσίας από τον δικτάτορα Πινοσέτ.

Προφανώς η πρόταση του Ναπολιτάνο προς τον Μόντι βρισκόταν πέρα από κάθε συνταγματική νομιμότητα και ισοδυναμούσε με ένα αναίμακτο πραξικόπημα στην καρδιά της Ευρώπης. Ήταν λοιπόν απαραίτητο να δημιουργηθούν εκείνες οι συνθήκες βαθιάς κρίσης και πανικού που θα επέτρεπαν στο πολιτικό κατεστημένο να φέρει στην εξουσία τον άνθρωπο της Goldman Sachs με τις μικρότερες δυνατές αναταράξεις στην ιταλική κοινωνία.

Το έργο αυτό δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί χωρίς την παρέμβαση ενός ακόμη πρώην στελέχους της Goldman Sachs, ο οποίος εκείνη την εποχή «τύχαινε» να είναι και επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας – του επίσης Ιταλού, Μάριο Ντράγκι. Αρκετοί αναλυτές εκτιμούν πλέον ότι η ΕΚΤ έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην εκτίναξη των spreads που οδήγησε στην παραίτηση Μπερλουσκόνι και έθεσε σε εφαρμογή το πολύ καλά οργανωμένο σχέδιο του Ναπολιτάνο. Η χρονική σύμπτωση μάλιστα της αναρίχησης του Λουκά Παπαδήμου στην ελληνική κυβέρνηση είχε προκαλέσει από τότε αρκετά ερωτήματα σχετικά με το ρόλο που έπαιξαν τα σημαντικότερα θεσμικά όργανα της ΕΕ στην αντικατάσταση δυο εκλεγμένων πρωθυπουργών από τεχνοκράτες με ισχυρές διασυνδέσεις στο παγκόσμιο τραπεζικό σύστημα. Η πανομοιότυπη πολιτική λιτότητας που ακολούθησαν οι δυο τεχνοκράτες, και η οποία βρίσκεται ακόμη σε ισχύ, περιελάμβανε περικοπές δημοσίων δαπανών, που εκμηδένισαν κάθε ελπίδα ανάπτυξης, αυξήσεις στους φόρους φυσικών προσώπων, και χαράτσια στα ακίνητα.

Οι αποκαλύψεις των Fianancial Times γίνονται ενώ η Ιταλία ετοιμάζεται να ορίσει έναν ακόμη πρωθυπουργό, ο οποίος δεν θα είχε διεκδικήσει την ψήφο των συμπολιτών του για τη συγκεκριμένη θέση. Η παραίτηση του πρωθυπουργού Ενρίκο Λέτα, ύστερα από την πρόταση μομφής που κατατέθηκε στο εσωτερικό του Δημοκρατικού Κόμματος, θύμισε σε αρκετούς τις συνθήκες του αναίμακτου, οικονομικού «πραξικοπήματος» που έφερε στην εξουσία τον Μάριο Μόντι. Αυτή τη φορά ρόλο κλειδί στις εξελίξεις φαίνεται πως παίζει ο Ιταλικός ΣΕΒ, η ηγεσία του οποίου συναντήθηκε με τον γ.γ του κόμματος, Ματέο Ρέντσι, λίγες μόνο ημέρες πριν από την «ανατροπή» του Λέτα. Αυτή τη φορά ζητούμενο από την πλευρά του συνδέσμου Ιταλών βιομηχάνων, της περίφημης Κονφιντούστρια, δεν είναι απλώς η πολιτική λιτότητας που επέβαλε ο Μόντι αλλά η εκ βάθρων ανατροπή της εργασιακής νομοθεσίας προς όφελος των μεγαλύτερων επιχειρήσεων της χώρας. Οι προτάσεις με τις οποίες κατέβηκε στην πολιτική αρένα ο Ρέντζι, ικανοποιούν και τα πιο τρελά όνειρα του Ιταλικού ΣΕΒ αφού προβλέπουν ουσιαστικά κατάργηση στοιχειωδών εργασιακών δικαιωμάτων για εργαζόμενους που δεν έχουν κλείσει τρία χρόνια απασχόλησης σε μια εταιρεία.

Η Ιταλία δείχνει για άλλη μια φορά το δρόμο σε μεθόδους αλλαγής κυβέρνησης που κινούνται στα όρια της δημοκρατικής νομιμότητας ή πέρα από αυτά. Και δυστυχώς αρκετές άλλες μεσογειακές χώρες έχουν την τάση να ακολουθούν.

Άρης Χατζηστεφάνου
ΕΠΙΚΑΙΡΑ Φεβρουάριος 2014

CLOSE
CLOSE