Καθώς η «φιλελεύθερη» Ελλάς βγάζει και πάλι το ρατσιστικό της μένος εναντίον των προσφύγων παρουσιάζουμε απόσπασμα ενός παλαιότερου κειμένου της εφημερίδας Εργατική Αλληλεγγύη (με αναφορές και στον Ν.Σαραντάκο) για την εποχή που οι Έλληνες πρόσφυγες «βρόμιζαν» την Ελλάδα.

«Εφθάσαμεν ούτω να γίνομεν πόλις του Αφγανιστάν, ενώ δεν υπήρχε κανείς λόγος και ενώ μια τοιαύτη κατάστασις δεν είναι αρεστή».

Αν εξαιρέσουμε την καθαρευουσιάνικη γλώσσα, η παραπάνω πρόταση θα μπορούσε να προέρχεται από οποιαδήποτε ρατσιστική κιτρινοφυλλάδα του σήμερα. Όμως, οι γραμμές αυτές γράφτηκαν ενενήντα χρόνια πριν και ο στόχος ήταν οι Μικρασιάτες πρόσφυγες. Η εφημερίδα είναι η «Βραδυνή», η ημερομηνία είναι 3 Δεκέμβρη 1923 και το σχόλιο έχει τίτλο «Αφγανιστανούπολις». Ας διαβάσουμε πως περιέγραφε την «εμποροπανηγυροποίησιν» της πρωτεύουσας η δεξιά, μοναρχική φυλλάδα:

αφγανιστούπολη

«Τζιεράκια τηγανίζονται, κωλόπανα κυματίζουν, σανιδώματα προχείρων ικριωμάτων τοποθετούνται εις τα καλύτερά μας πεζοδρόμια, μανδήλια, τσεμπέρια, βλαχόκαλτσες, τηγάνια, παλιοπάπουτσα, αντεριά, κρεμώνται εις καλύβας του αθιγγανικοτέρου είδους, χαλβάδες και ρεβανές εκτίθενται προ ευπρεπών καταστημάτων, κηπάρια δημοτικά, τα οποία είχαν αποκτήσει ολίγους καλούς πρασίνους τόνους ηρημώθησαν, Την στιγμήν οπού η πόλις μας έβαινε προς την ευπροσωποτέραν εμφάνισίν της επήλθον η αρρυθμία, η τσαπατσουλοσύνη, η ασχημία, η βαρβαρότης και έστησαν βάναυσον χορόν εις τα πλέον συχναζόμενα ευπρεπή μέρη της.

Ευθύνην δεν δυνάμεθα να αποδώσωμεν εις τους διαπράττοντας τας ασχημίας ταύτας. Αυτοί όπως ήξευραν και όπως ηδυνήθησαν έπραξαν. Μη έχοντες το αίσθημα της τάξεως, δεν ηδύναντο να την εκδηλώσουν, αγνοούντες δε την έννοιαν του καλού δεν ηδύναντο να την φανερώσουν. Την ευθύνην έχουν οι αρμόδιοι, οι εντεταλμένοι δια την υγιεινήν, την τάξιν, την ευπρέπειαν. (…)

Αφήκαν τους κεντρικούς εμπορικούς δρόμους να κατακτηθούν υπό του ψιλικατσιδισμού, αδιαφορήσαντες όχι μόνον προς την ευπρέπειαν, αλλά και προς τα συμφέροντα των εμπόρων καταστηματαρχών, οι οποίοι πληρώνουν ακριβά ενοίκια, βαρείς φόρους, μεγάλους δασμούς, ριψοκινδυνεύουν κεφάλαια. Ταυτοχρόνως διά της μεταβολής των εμπορικών μας οδών εις μπαγιατοπάζαρα κατέστησαν δυσχερεστάτην την κυκλοφορίαν των διαβατών και των τροχοφόρων…».
(Τα αποσπάσματα από το μπλογκ του Ν. Σαραντάκου, tinyurl.com/992fvx3)

Δεν ήταν κάποιο μεμονωμένο ξέσπασμα. Οι πολιτικοί πρόγονοι του Σαμαρά, του Δένδια και των φασιστών, έδειχναν μίσος για τους Μικρασιάτες και Πόντιους πρόσφυγες αντίστοιχο με αυτό που επιφυλάσσουν οι απόγονοί τους για τους πρόσφυγες και τους μετανάστες στην Ελλάδα των αρχών του 21ου αιώνα. Το «ομόαιμον» και το «ομόεθνον» των τότε προσφύγων καθόλου δεν τους εμπόδιζε να χύνουν το πιο χυδαίο ρατσιστικό δηλητήριο.

Σχεδόν ένα μήνα πριν το άρθρο της Βραδυνής, στις 9 Νοέμβρη 1923, το σύνθημα που κυριαρχούσε στο συλλαλητήριο των μοναρχικών στις Στήλες του Ολυμπίου Διός ήταν: «Φωτιά στους τουρκόσπορους πρόσφυγες». Το «τουρκόσπορος» ήταν η κλασσική βρισιά για τους πρόσφυγες. Το ίδιο κι άλλες υποτιμητικές εκφράσεις όπως το «γιαουρτοβαφτισμένος», το «παλιοαούτηδες», το «σκατοουγλούδες», το «παστρικιά» για τις γυναίκες (δηλαδή πόρνη).

Η «Καθημερινή», αυτή η υποτιθέμενη ναυαρχίδα του «σοβαρού» συντηρητικού τύπου, πρωταγωνιστούσε σε αντιπροσφυγικό μένος. Το 1928, ο εκδότης της Γ.Α Βλάχος, αποκαλούσε τους μικρασιάτες «προσφυγική αγέλη». Σε άλλο άρθρο του, τον Ιούλη εκείνης της χρονιάς, διαμαρτυρόταν γιατί το Λαϊκό Κόμμα είχε τολμήσει να βάλει τρεις απ’ αυτούς στις λίστες υποψηφίων του:

«Συμπονούμεν και συμπαθούμεν τους πρόσφυγας ως ανθρώπους και αδελφούς δυστυχήσαντας και παθόντας, αλλά δεν τους θέλομεν ούτε ως ψηφοφόρους, ούτε ως εκλογείς, ούτε ως εκλεξίμους, ούτε ως πολίτας δικαιουμένους να κυβερνήσουν την Ελλάδα». Μια άλλη εφημερίδα, το «Σκριπ» έγραφε τις ίδιες περίπου μέρες ότι: «τα συμφέροντα των προσφύγων, κατά μοιραίαν τραγικήν δυσμένειαν, είναι ως γνωστόν τελείως αντίθετα προς τα συμφέροντα των γηγενών».

Κίτρινο περιβραχιόνιο

Για κάποιους άλλους, τέτοιες αντιμετωπίσεις ήταν «ασπιρίνες». Ο Ν. Κρανιωτάκης, εκδότης του Πρωϊνού Τύπου και φανατικός μοναρχικός, πρότεινε το 1933 ένα πιο δραστικό μέτρο: να υποχρεωθούν οι πρόσφυγες να φοράνε ένα κίτρινο περιβραχιόνιο για να ξεχωρίζουν από τους Έλληνες. Δεν ήταν απλά λόγια όλα αυτά. Το 1935, μετά το νόθο πραξικόπημα του στρατηγού Κονδύλη που επανάφερε τη μοναρχία, στον Βόλο: «Αντιβενιζελικοί μπράβοι βάζουν φωτιά στα προσφυγικά παραπήγματα και γίνεται στάχτη μαζί με την περιουσία των προσφύγων κι ένας νεαρός πρόσφυγας που δεν πρόλαβε να φύγει…»

Το μίσος της μοναρχικής δεξιάς για τους μικρασιάτες πρόσφυγες είχε παρελθόν και πριν τη Μικρασιατική Εκστρατεία (το πρώτο μεγάλο κύμα είχε έρθει ανάμεσα στο 1914-1916). Τους θεωρούσαν ως τη βασική δύναμη υποστήριξης του Βενιζέλου. Πράγματι, σε όλη τη δεκαετία του 1920, οι πρόσφυγες ψήφιζαν σχεδόν «μονοκούκι» τα βενιζελικά κόμματα. Και οι πολιτευτές αυτών των κομμάτων τους θεωρούσαν την καλύτερη εκλογική πελατεία.

Αυτό δεν σήμαινε, βέβαια, ότι η υποστήριξή τους στον βενιζελισμό έκανε τη ζωή εύκολη για τους πρόσφυγες. Ακόμα κι η είσοδός τους στα όρια του ελληνικού κράτους ήταν μαρτύριο. Η Μακρόνησος πριν γίνει τόπος μαρτυρίου της Αριστεράς στον Εμφύλιο ήταν τόπος θανάτου για χιλιάδες πρόσφυγες, από τον Πόντο, που στοιβάχτηκαν εκεί το 1922. Και η συνέχεια για όλους ήταν η ζωή στους προσφυγικούς συνοικισμούς, πολλές φορές χωρίς βασικές υποδομές, μεροκάματα χαμηλά ακόμα και για τα δεδομένα της εποχής και δουλειές του ποδαριού για να επιβιώνουν όπως-όπως. Επόμενο, τα «κοινωνικά» των εφημερίδων να γεμίζουν με ιστορίες τρόμου για την εγκληματικότητα, τα ναρκωτικά, την πορνεία και όλα τα συναφή στους «συνοικισμούς».

Για πολλά χρόνια αυτός ο κόσμος έμοιαζε να είναι άγονο έδαφος για τις ιδέες της Αριστεράς. Συχνά οι εργοδότες προσλάμβαναν πρόσφυγες για να σπάσουν τη δύναμη των συνδικάτων. Και πολλές φορές σωματεία με δεξιές ηγεσίες έβαζαν στα αιτήματά τους την απαγόρευση πρόσληψης προσφύγων εργατών (μια πρακτική που επίσης είχε μεγάλο παρελθόν).

20
CLOSE
CLOSE