Στο χώρο της επικοινωνίας και της προπαγάνδας μερικές φορές ο θρίαμβος απέχει μερικές μόνο ανάσες από την πανωλεθρία. Αυτό συνειδητοποίησαν οι Βρετανοί δικαστές που ανέλαβαν την υπόθεση του Μπερλίν Γκίλντο, ενός Σουηδού πολίτη που κατηγορούνταν ότι εκπαιδευόταν για να συμμετάσχει σε δίκτυα τζιχαντιστών που μάχονται στη Συρία.

Καθώς συμπληρωνόταν ένας χρόνος από την κατάληψη της Μοσούλης από το Ισλαμικό Κράτος (ISIS), οι δικαστές πίστευαν ότι θα στείλουν ένα σαφές μήνυμα για την αποφασιστικότητα του Λονδίνου στη μάχη απέναντι στην ισλαμική τρομοκρατία. Οι συνήγοροι του Γκίλντο όμως όχι μόνο δεν αρνήθηκαν τις κατηγορίες, όπως θα περίμενε κανείς, αλλά απέδειξαν ότι τα στρατόπεδα τζιχανιστών στα οποία εκπαιδεύονταν ο πελάτης τους χρηματοδοτούνταν και εξοπλίζονταν από τις βρετανικές μυστικές υπηρεσίες.

Ο Γκίλντο είχε έρθει σε επαφή με ομάδες όπως η αλ Νούσρα (παρακλάδι της Αλ Κάιντα το οποίο ενισχύονταν από δυτικές κυβερνήσεις και αραβικά καθεστώτα) και από τις οποίες ξεπήδησαν τα περισσότερα στελέχη του ISIS. Το μόνο που έπρεπε να κάνουν λοιπόν οι δικηγόροι του ήταν να προσκομίσουν τα σχετικά ρεπορτάζ των New York Times και του Guardian αλλά και μια έρευνα του δημοσιογράφου Σίμουρ Χερς, που αποδείκνυε ότι η βρετανική MI6 συμμετείχε σε δίκτυο μεταφοράς ακραίων ισλαμιστών μαχητών και εξοπλισμού από τη Λιβύη προς σουνιτικές ομάδες της Συρίας.

Αν ήθελαν οι Βρετανοί δικαστές να καταδικάσουν τον Γκίλντο για τρομοκρατία θα έπρεπε να κάνουν το ίδιο και για το «βαθύ κράτος» του Λονδίνου και ενδεχομένους την ίδια την κυβέρνηση της χώρας. Όπως ήταν φυσικό, ύστερα από μερικά τηλέφωνα, η δίκη ουσιαστικά ακυρώθηκε με την άρων άρων αθώωση του κατηγορούμενου ενώ η βρετανική κυβέρνηση επιδόθηκε σε ένα πληροφοριακό ανταρτοπόλεμο για να αποτρέψει τη μετάδοση της είδησης σε όλο τον κόσμο.

Ελάχιστες ιστορίες θα μπορούσαν να συνοψίσουν καλύτερα την σχιζοφρενική κατάσταση στην οποία οδηγήθηκε η Μέση Ανατολή αλλά και ολόκληρος ο πλανήτης ένα χρόνο μετά την πρώτη μεγάλη στρατιωτική νίκη του ISIS, που του επέτρεψε να ξεκινήσει την προέλαση στα εδάφη της Συρίας και του Ιράκ. Τα ίδια στελέχη ενόπλων δυνάμεων αλλά και μυστικών υπηρεσιών που φέρουν ακέραια την ευθύνη για την γιγάντωση του ISIS, παρουσιάζονται σήμερα ως υπερασπιστές της διεθνούς ασφάλειας από την τρομοκρατία. Μέσα σε αυτό το χρόνο όμως μοναδικός νικητής αναδείχθηκε ο ίδιος ο ISIS αλλά και η πολεμική βιομηχανία χωρών της Δύσης και κυρίως των ΗΠΑ.

Αναγνωρίζοντας την αποτυχία των μέχρι σήμερα κινήσεών του το Πεντάγωνο απαντά αυξάνοντας αισθητά τη στρατιωτική του παρουσία στο Ιράκ με την αποστολή άλλων 500 στρατιωτών και την κατασκευή νέων στρατιωτικών βάσεων. Αυτό που παραλείπουν βέβαια να σημειώσουν οι επιτελείς του αμερικανικού υπουργείου Άμυνας είναι ότι αυτά ακριβώς τα όπλα και η τεχνογνωσία που έστελναν οι ΗΠΑ στο Ιράκ αποτέλεσαν τον πρώτο οπλισμό που επέτρεψε στον ISIS να επεκταθεί με τόση ταχύτητα. Όπως έγινε γνωστό πριν από μερικές εβδομάδες, μετά την κατάληψη της Μοσούλης οι τζιχαντιστές έκλεψαν από τον ιρακινό στρατό 2.300 οχήματα τύπου Humvee, αξίας εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων αλλά και άρματα μάχης και βαρύ οπλισμό. Αυτό δεν εμπόδισε βέβαια την αμερικανική πολεμική βιομηχανία να συνεχίσει την αποστολή οπλισμού αξίας δισεκατομμυρίων δολαρίων. Συγκεκριμένα το Δεκέμβριο αποφασίστηκε η αποστολή στο Ιράκ 175 αρμάτων μάχης M1A1 Abrams, αξίας 12.4 δισεκατομμυρίων δολαρίων και περίπου 1.000 οχημάτων Humvees εξοπλισμένων με πυροβόλα όπλα και ειδικούς εκτοξευτήρες χειροβομβίδων. Πριν καλά καλα ολοκληρωθεί όμως η συμφωνία γινόταν γνωστό ότι οι δυνάμεις του Ισλαμικού Κράτους απέσπασαν τεράστιες ποσότητες οπλισμού και από την επίθεση που πραγματοποιήσαν στο Ραμτάντι, της επαρχίας Ανμπάρ.
Ακόμη και ο πιο καλοπροαίρετος σχολιαστής δεν μπορεί πλέον να μην παρατηρήσει ότι η επέλαση του ISIS προσφέρει χρυσές δουλειές στους εμπόρους όπλων των ΗΠΑ αφού οι μάχες των τζιχαντιστών με τον ιρακινό στρατό πραγματοποιούνται σχεδόν αποκλειστικά με όπλα αμερικανικής προέλευσης.

Την ίδια ώρα σύμφωνα με τους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα το Ιράκ αντιμετωπίζει τη σημαντικότερη ανθρωπιστική κρίση της τελευταίας γενιάς καθώς τουλάχιστον τρία εκατομμύρια άνθρωποι αναγκάστηκαν να εκτοπιστούν λόγω της προέλασης του ISIS ενώ πάνω από 8 εκατομμύρια (σχεδόν το 25% του πληθυσμού) θα χρειαστούν άμεση αρωγή από προγράμματα των Ηνωμένων Εθνών. Αν συνυπολογίσει κανείς και τα κύματα προσφύγων από τη Συρία, το τέρας που ενίσχυαν για χρόνια οι δυτικές μυστικές υπηρεσίες σε συνεργασία με τη Σαουδική Αραβία και άλλα αραβικά καθεστώτα, έχει προκαλέσει σε ένα χρόνο μια από τις μεγαλύτερες ανθρωπιστικές καταστροφές που έχει γνωρίσει η ανθρωπότητα τις τελευταίες δεκαετίες.

Η απάντηση όμως που ήρθε από την Ουάσινγκτον απέναντι στην ανθρωπιστική καταστροφή «υπόσχεται» νένα εκατόμβη θυμάτων. «Η αποφυγή του θανάτου αμάχων δεν μπορεί να αποτελεί στρατηγικό στόχο των ΗΠΑ» σημείωνε χωρίς περιστροφές ο Άντονι Κόρντσμαν, από το ίδρυμα Center for Strategic and International Studies, εκφράζοντας τη θέληση μεγάλου τμήματος του στρατιωτικού κατεστημένου των ΗΠΑ αλλά και της Βρετανίας να προχωρήσουν σε ένα νέο κύκλο επιχειρήσεων στην περιοχή.
Μέχρι τότε η Ουάσινγκτον συνεχίζει να δρα δι’ αντιπροσώπων στην προσπάθεια ανατροπής του καθεστώτος Ασάντ στη Συρία, αφήνοντας στη Σαουδική Αραβία και την Τουρκία το πρώτο λόγο στις μυστικές και λιγότερο μυστικές στρατιωτικές επιχειρήσεις στην περιοχή. Ένα χρόνο μετά την πρώτη του μεγάλη νίκη, το ISIS συμπεριφέρεται σαν το τέρας του Φρανκενσταϊν που ξέφυγε από το δημιουργό του. Με τη μόνη διαφορά ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση ο «δημιουργός» έχει ακόμη πολλές παράπλευρες οικονομικές και γεωστρατηγικές ωφέλειες να απολαύσει.

Άρης Χατζηστεφάνου
ΕΠΙΚΑΙΡΑ Ιούνιος 2015

20
CLOSE
CLOSE