Πολιτική θύελλα στο Βερολίνο και σύννεφα πολέμου στη Μέση Ανατολή εξακολουθεί να προκαλεί η αποκάλυψη ότι η Γερμανία σκοπεύει να πουλήσει τουλάχιστον 200 άρματα μάχης στο καθεστώς της Σαουδικής Αραβίας και να ενισχύσει το ισραηλινό Πολεμικό Ναυτικό με ένα ακόμη υποβρύχιο, ικανό να φέρει πυρηνικές κεφαλές. Η έντονη αντιπαράθεση έφερε στο φως το πραγματικό μέγεθος αλλά και τις προθέσεις της γερμανικής πολεμικής βιομηχανίας, η οποία διεκδικεί όλο και μεγαλύτερο τμήμα από την παγκόσμια πίτα των εξοπλισμών. Παράλληλα, ενίσχυσε τις ανησυχίες για το ρόλο του γερμανικού διπλωματικού Σώματος και της ίδιας της καγκελαρίας σαν… πλασιέ όπλων.

Η Γερμανία έχει καταλάβει εδώ και χρόνια την τρίτη θέση στην παγκόσμια κατάταξη στις εξαγωγές οπλικών συστημάτων μετά τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Ρωσία. Την περίοδο 2005-2009 οι εξαγωγές όπλων αντιστοιχούσαν στο 11% της παγκόσμιας αγοράς, μετατρέποντας την πολεμική βιομηχανία σε έναν από τους βασικούς πυλώνες της γερμανικής οικονομίας. Η Γαλλία και η Βρετανία, που ακολουθούν, βλέπουν με ανησυχία τη γερμανική πολεμική βιομηχανία να διεκδικεί την πρωτοκαθεδρία ακόμη και σε περιοχές του πλανήτη που αποτελούσαν προνομιακή αγορά για το Παρίσι και το Λονδίνο.

Ανάμεσα στους τρεις καλύτερους αγοραστές γερμανικών οπλικών συστημάτων βρίσκεται η Τουρκία –αγοράζει το 14% του πολεμικού εξοπλισμού της από τη Γερμανία–, η Ελλάδα, με 13%, και η Νότια Αφρική, με 12%. Οι περιπτώσεις της Τουρκίας και της Ελλάδας, μάλιστα, αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα αγοραστών στους οποίους το Βερολίνο δεν δίστασε να ασκήσει ανοιχτές ή λιγότερο ανοιχτές διπλωματικές πιέσεις για να εξασφαλίσει την αύξηση ή τη διατήρηση των πωλήσεων. Στα μέσα της περασμένης δεκαετίας, όταν ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν πίστευε ότι έχει βάσιμες ελπίδες να διεκδικεί την είσοδο της χώρας του στην ΕΕ, κάθε του επίσκεψη στο Βερολίνο συνοδευόταν και από νέα συμβόλαια αγοράς οπλικών συστημάτων. Κι αυτό παρά το γεγονός ότι εκείνη την περίοδο η Άγκυρα υποτίθεται ότι έκλεινε αρκετά από τα ανοιχτά μέτωπα με γειτονικές χώρες και θεωρητικά θα μπορούσε να προχωρήσει σε ακόμη πιο δραστικές περικοπές των στρατιωτικών της δαπανών.

Πολύ πιο προκλητική ήταν, ως γνωστόν, η στάση του Βερολίνου απέναντι στην Αθήνα. Όπως εξηγούσε στο ντοκιμαντέρ «Debtocracy» η αντιπρόεδρος του γερμανικού κόμματος Die Linke, Ζάρα Βάγκενκνεχτ, «όταν η Γερμανία διαπραγματεύτηκε το πακέτο στήριξης της Ελλάδας, ένας από τους βασικούς όρους που έθεσε ήταν να μην σταματήσουν οι εισαγωγές γερμανικών στρατιωτικών εξοπλισμών». Η Βάγκενκνεχτ συμπλήρωσε ότι, ενώ το Βερολίνο «ζητούσε από την Ελλάδα να κάνει οικονομία σε συντάξεις και κοινωνικές παροχές», δεν έκανε το ίδιο στους εξοπλισμούς, γιατί «η γερμανική κυβέρνηση λειτουργεί ως προστάτης των συμφερόντων των μεγάλων εταιρειών όπλων». Η πώληση των ελαττωματικών υποβρυχίων φαίνεται να αποτελεί μόνο την κορυφή του παγόβουνου σε συμφωνίες που κλείνονταν με πολιτικές και διπλωματικές πιέσεις και όχι βάσει των πραγματικών αναγκών των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων.

Όπλα για τον «εσωτερικό εχθρό»

Παρά τις τρομακτικές πιέσεις που μπορεί να ασκήσει το Βερολίνο στη ζώνη διπλωματικής επιρροής του –κυρίως, δηλαδή, στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης αλλά και στην περιφέρεια της Ευρωζώνης–, η οικονομική κρίση απειλεί άμεσα το ύψος των εξαγωγών της γερμανικής πολεμικής βιομηχανίας. Για το λόγο αυτό αρκετοί κατασκευαστές οπλικών συστημάτων επιχειρούν να διευρύνουν την αγορά τροποποιώντας τα προϊόντα τους, ώστε να μπορούν να χρησιμοποιηθούν και εναντίον… άοπλων πολιτών. Η περίπτωση της Σαουδικής Αραβίας είναι και πάλι χαρακτηριστική. Όπως έγινε γνωστό, τα περίπου 200 άρματα μάχης Leopard που έχει παραγγείλει η βασιλική οικογένεια των Σαούντ θα είναι ειδικά εξοπλισμένα για την αντιμετώπιση εξεγέρσεων σε αστικά κέντρα. Συγκεκριμένα, θα διαθέτουν προφυλακτήρες που θα τους επιτρέπουν να ανοίγουν δρόμο ανάμεσα σε αυτοκίνητα, όταν αυτά χρησιμοποιούνται σαν πρόχειρα οδοφράγματα από διαδηλωτές, ενώ θα διαθέτουν και σειρά από μη θανατηφόρα όπλα (non lethal weapons). Τους διαδηλωτές «δεν χρειάζεται να τους σκοτώνεις αμέσως», έγραφε με ισχυρές δόσεις μαύρου χιούμορ το γερμανικό περιοδικό Der Spiegel, κατακρίνοντας ουσιαστικά τη στάση της γερμανικής κυβέρνησης να χορηγήσει στη Σαουδική Αραβία όπλα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν εναντίον του τοπικού πληθυσμού.

Η γερμανική κυβέρνηση αφήνει να διαρρεύσει ότι τα άρματα μάχης προορίζονται για την αναχαίτιση της ιρανικής επιρροής στην περιοχή και πως γι’ αυτό το λόγο δεν υπήρξε αντίδραση στη συμφωνία πώλησης από την πλευρά του Ισραήλ. Οι ειδικές μετατροπές στα συγκεκριμένα Leopard, όμως, αποδεικνύουν ότι είναι πολύ πιθανότερο να χρησιμοποιηθούν για πρώτη φορά εναντίον των ίδιων των πολιτών της Σαουδικής Αραβίας αλλά και αρκετών Εμιράτων του Περσικού Κόλπου. Αρκεί να υπενθυμίσουμε ότι πριν από μερικούς μήνες η Σαουδική Αραβία ουσιαστικά εισέβαλε στο Μπαχρέιν, με τη σύμφωνη γνώμη της Ουάσιγκτον και της τοπικής ηγεσίας, προκειμένου να πνίξει στο αίμα την εξέγερση εναντίον του καθεστώτος. Μια εξέγερση η οποία, μεταξύ άλλων, θα απειλούσε και το καθεστώς του αμερικανικού πέμπτου στόλου που σταθμεύει στην περιοχή. Παράλληλα, σαουδαραβικές δυνάμεις επιχειρούν εδώ και χρόνια και μέσα στο έδαφος της Υεμένης εναντίον ανταρτών που αμφισβητούσαν το καθεστώς της χώρας.

Πολύ μεγαλύτερη ανησυχία για τις ισορροπίες στη Μέση Ανατολή προκαλούν σε διεθνείς παρατηρητές οι πωλήσεις γερμανικών όπλων στο Ισραήλ. Σύμφωνα με πληροφορίες γερμανικών μέσων ενημέρωσης, το Βερολίνο έδωσε με αδιαφανείς διαδικασίες το «πράσινο φως» για την πώληση ενός ακόμη υποβρυχίου κλάσης Dolphin, το οποίο μπορεί να μεταφέρει πυρηνικές κεφαλές. Η γερμανική κυβέρνηση, μάλιστα, φέρεται αποφασισμένη να «επιδοτήσει» με 135 εκατ. ευρώ το Ισραήλ για την αγορά του υποβρυχίου. Πρόκειται για το έκτο υποβρύχιο κλάσης Dolphin το οποίο επιτρέπει στο Τελ Αβίβ να πραγματοποιήσει προβολή πυρηνικής ισχύος στη Μέση Ανατολή. Το Ισραήλ, επισήμως, αρνείται ότι διαθέτει πυρηνικό οπλοστάσιο, όπως είχε αποκαλύψει πέραν πάσης αμφιβολίας ο Ισραηλινός επιστήμονας Μορντεκάι Βανούνου. Αρκετά στελέχη της αντιπολίτευσης στο Βερολίνο εκφράζουν φόβους ότι η γερμανική πολεμική βιομηχανία ουσιαστικά εξοπλίζει τις δύο σημαντικότερες δυνάμεις, οι οποίες αισθάνονται να απειλούνται από τις αυθόρμητες λαϊκές εξεγέρσεις. Το Ισραήλ και η Σαουδική Αραβία, άλλωστε, αποτελούν τις δυο χώρες οι οποίες κατά τις τελευταίες δεκαετίες συμμετείχαν ανοιχτά ή συγκαλυμμένα στους περισσότερους επιθετικούς πολέμους στη Μέση Ανατολή.

Αλλαγή δόγματος

Η επιθετική προώθηση των οπλικών συστημάτων στη Μέση Ανατολή, και ειδικά σε αυταρχικά καθεστώτα, όπως αυτό της Σαουδικής Αραβίας, μαρτυρά στροφή 180 μοιρών στη μέχρι σήμερα ακολουθούμενη πολιτική του Βερολίνου. Για χρόνια, η γερμανική πολεμική βιομηχανία αποτελούσε το λεγόμενο «ηθικό παίκτη» στην παγκόσμια αγορά όπλων, καθώς μια σειρά γραπτών και άγραφων κανόνων απαγόρευε τις πωλήσεις σε χώρες που βρίσκονταν σε εμπόλεμη κατάσταση ή που αντιμετώπιζαν εσωτερικές συγκρούσεις. Με το σκεπτικό αυτό, οι γερμανικές κυβερνήσεις είχαν μπλοκάρει τις πωλήσεις όπλων σε χώρες όπως το Πακιστάν, το Νεπάλ και η Ταϊλάνδη.

Η κατάργηση αυτών των περιορισμών ξεκίνησε ταυτόχρονα με την αλλαγή του στρατηγικού δόγματος της χώρας, το οποίο επιτρέπει στις γερμανικές Ένοπλες Δυνάμεις να αναπτύσσονται χωρίς περιορισμούς σε κάθε γωνιά του πλανήτη αλλά ακόμη και να παρεμβαίνουν για την αντιμετώπιση κινδύνων στο εσωτερικό της χώρας. Κινούμενος στα όρια της συνταγματικότητας –και πιθανότατα πέραν αυτής–, ο Γερμανός πρώην υπουργός Άμυνας Thomas de Maiziere παρουσίασε το νέο δόγμα, με το οποίο ουσιαστικά έθεσε τέλος στη μεταπολεμική αντίληψη για το ρόλο των γερμανικών Ενόπλων Δυνάμεων. Αφού πρώτα δοκίμασαν πειραματικά να κινηθούν έξω από τα σύνορα της χώρας, με τις αποστολές στην πρώην Γιουγκοσλαβία και το Αφγανιστάν, οι γερμανικές Ένοπλες Δυνάμεις αισθάνονταν έτοιμες να επαναπροσδιορίσουν το ρόλο τους όχι μόνο σε διεθνές επίπεδο, αλλά και στο εσωτερικό της χώρας. Παρά το γεγονός ότι το Σύνταγμα απαγορεύει ακόμη και σήμερα τη δημιουργία ενός Γενικού Επιτελείου –λόγω του ρόλου που αυτό έπαιξε στην ανατροπή της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης–, οι αλλαγές που συντελέστηκαν από πέρσι μείωσαν αισθητά το ρόλο της πολιτικής ηγεσίας στον έλεγχο του Σώματος, μεταφέροντας σειρά αρμοδιοτήτων στους στρατιωτικούς.

Οι αλλαγές αυτές, και κυρίως το πέρασμα από την υποχρεωτική στράτευση στο μοντέλο του επαγγελματικού στρατού, ήταν αναμενόμενο να επηρεάσουν άμεσα και την πολεμική βιομηχανία της χώρας. Σήμερα η εγχώρια αγορά προσφέρει στους Γερμανούς πωλητές όπλων περίπου 5 δις ευρώ. Αν και μελλοντικά οι ανάγκες των γερμανικών Ενόπλων Δυνάμεων σε εξοπλισμό αναμένεται να αυξηθούν κατακόρυφα, χάρη στο νέο στρατηγικό δόγμα, προς το παρόν η μείωση των στρατιωτών από 220 χιλιάδες σε 175 χιλιάδες οδήγησε και σε μείωση των παραγγελιών. Αυτός ήταν και ένας από τους λόγους που οδήγησαν το Βερολίνο να υιοθετήσει πολύ πιο επιθετική πολιτική στις πωλήσεις και να ανοίξει την αγορά του ακόμη και σε ορισμένα από τα πιο αυταρχικά και αντιδημοκρατικά καθεστώτα του πλανήτη.

Το βασικό πρόβλημα είναι ότι, σε αντίθεση με τις ΗΠΑ, όπου οι μεγάλες αγοραπωλησίες όπλων μπορούν θεωρητικά να ελεγχθούν από το Κογκρέσο, στη Γερμανία λαμβάνονται από ένα «κονκλάβιο» υπουργών και κρατικών υπαλλήλων σε καθεστώς απόλυτης μυστικότητας. Οι εργασίες του περίφημου Ομοσπονδιακού Συμβουλίου Ασφαλείας έρχονται στο φως μόνο μέσω διαρροών στον Τύπο, ενώ ο απολογισμός των πωλήσεων γίνεται με καθυστέρηση τουλάχιστον ενός χρόνου από την παράδοση – όταν, δηλαδή, τα οπλικά συστήματα έχουν φτάσει στα χέρια επικίνδυνων καθεστώτων. Η έλλειψη κάθε μορφής κοινοβουλευτικού ελέγχου καθιστά τη Γερμανία έναν από τους πιο επικίνδυνους εξαγωγείς όπλων μαζί με την Κίνα, η οποία ουδέποτε ενδιαφέρθηκε για το πώς χρησιμοποιούνταν τα όπλα της…

Άρης Χατζηστεφάνου

Επίκαιρα» στις 21/7/11

Σου άρεσε αυτό το θέμα; Βοήθησέ μας να συνεχίσουμε ενισχύοντας το INFO-WAR