Ένα παλάτι στο οποίο δεν έζησαν ποτέ βασιλιάδες, ένας υπόγειος λαβύρινθος που δεν οδηγεί πουθενά και ένα εκκλησάκι, όλοι οι ιερείς του οποίου συνελήφθησαν στα μέσα του 20ου αιώνα, συνθέτουν την ιδιόμορφη ιστορική προσωπικότητα της Βούδα. Σε πείσμα των δεκάδων κατακτητών, που ισοπέδωναν τα πάντα στο πέρασμά τους, η δυτική όχθη του «μπλε ποταμού» επέδειξε μια εκπληκτική ικανότητα να αναγενάται, από την τέφρα της. Σήμερα είναι εδώ για να προσφέρει στη Βουδαπέστη τον τίτλο του «Διαμαντιού του Δούναβη».

Μερικές δεκάδες μέτρα από την επιφάνεια του Δούναβη στέκει η περίφημη συνοικία του κάστρου (Var) η «Μέκκα» των τουριστών της Βουδαπέστης. Λέγεται ότι αποτελεί το πιο «σύγχρονο» ιστορικό κέντρο στον κόσμο αφού ανακατασκευάστηκε σχεδόν στο σύνολό της μετά το 1945, επάνω στα ερείπια που άφησαν πίσω τους οι μάχες της ναζιστικής Βέρμαχτ με τις δυνάμεις του Κόκκινου Στρατού. Οι αρχιτέκτονες της πόλης όμως ήξεραν καλά τη δουλειά τους – για μια ακόμη φορά έπρεπε να ανοικοδομήσουν την ιστορία.

Ο ευκολότερος και πιο εντυπωσιακός τρόπος να προσεγγίσεις τη συνοικία του κάστρου είναι με το περίφημο Siklo – το ανακαινισμένο τελεφερίκ του 19ου αιώνα. Τα κίτρινα βαγόνια του αποτελούν πιστά αντίγραφα αυτών που χρησιμοποιούνταν από το 1870, όταν η Βουδαπέστη έγινε η δεύτερη πόλη στον κόσμο που απέκτησε τελεφερίκ. Όσοι αγνοήσουν το Siklo και τολμήσουν να ανέβουν από το ανηφορικό λιθόστρωτο μονοπάτι θα καταλάβουν τι εστί “απόρθητο” και γιατί οι Μαγυάροι Βασιλείς, οι Τούρκοι κατακτητές και οι Αψβούργοι αυτοκράτορες επέλεξαν αυτή την περιοχή για να χτίσουν τα παλάτια τους. Είτε με το τελεφερίκ είτε με τα πόδια η ανάβαση προσφέρει την καλύτερη θέα της περίφημης γέφυρας της αλυσίδας (Szechenyi). Η πρώτη γέφυρα που ένωσε τη Βούδα με την Πέστη άντεξε στις επιθέσεις των αυστριακών δυνάμεων όχι όμως και στην μανία των στρατευμάτων του Χίτλερ που την βύθισαν για να ανακόψουν την πορεία των στρατιωτών της Σοβιετικής Ένωσης.

Η περιήγηση στη συνοικία του κάστρου δεν χρειάζεται να ξεκινήσει αναγκαστικά από το παλάτι. Κινούμαστε βόρεια προς την πλατεία Szentharomsag για να συναντήσουμε τη νεογοτθική εκκλησία του Matyas (από το όνομα του βασιλιά “Ματίας του Δίκαιου” που διέταξε την κατασκευή της στα τέλη του 15ου αιώνα και όχι του Αγίου Ματθαίου ο οποίος ουδέποτε αναμίχθηκε). Η εκκλησία ανακατασκευάστηκε για πρώτη φορά το 19ο αιώνα και πήρε τη σημερινή της μορφή μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο από τη σοσιαλιστική κυβέρνηση που θέλησε να δώσει έτσι ένα μήνυμα για τη συνέχεια του ουγγρικού έθνους. Αξίζει να την επισκεφθεί κανείς τις Κυριακές στις 10 το πρωί για να ακούσει τη λειτουργία στα λατινικά καθώς θαυμάζει τις εντυπωσιακές τοιχογραφίες αλλά και τα σύμβολα του βασιλικού παρελθόντος.

Η περιπλάνηση στη συνοικία του κάστρου μπορεί να συνεχιστεί, σε πορεία ζικ ζακ, από τις οδούς Fortuna, Orszaghaz και Uri όπου κρύβονται ορισμένα συμπαθέστατα μουσεία (όπως τα μουσεία εμπορείου, μουσικής και τηλεφωνίας) αλλά και ιστορικά κτίρια. Εδώ συγκεντρώνονταν κάποτε οι Εβραίοι έμποροι της πόλης, λίγα μέτρα ψηλότερα από την περιοχή που στο μεσαίωνα ζούσαν οι ψαράδες. Αργότερα έστησε τα υπουργεία της η ουγγρική κυβέρνηση πριν υποταχθεί στις δυνάμεις του άξονα και δει την περιοχή να φιλοξενεί το αρχηγείο της Γκεστάπο.

Επιστρέφοντας προς το παλάτι νιώθεις ακόμη ισχυρές δόσεις ιστορίας να σε πλαγιοκοπούν. Απαραίτητη μια στάση στον περίφημο λαβύρινθο της Βούδα – ένα σύμπλεγμα από υπόγειες σπηλιές που χρησιμοποιήθηκαν ως καταφύγια για τους αεροπορικούς βομβαρδισμούς του πολέμου. Οι λαβυρινθώδεις στοές ξεπερνούν σε μήκος τα δέκα χιλιόμετρα αλλά σήμερα οι επισκέπτες μπορούν να κινηθούν μόνο σε απόσταση ενός χιλιομέτρου – αρκετό για να νοιώσεις την υγρασία να επιτίθεται στα κόκαλά σου ακόμη και στα μέσα του καλοκαιριού.
Λίγα μέτρα πιο κάτω, στην πλατεία Disz (πλατεία των παρελάσεων) στέκει τα παλαιό υπουργείο Άμυνας ενώ στα αριστερά βρίσκεται το θέατρο του Κάστρου (Varszinhaz) όπου το 1790 παίχτηκε η πρώτη παράσταση στα ουγγρικά ενώ το 1808 πέρασε και ο Μπετόβεν για μια συναυλία. Στην τελική ευθεία για το παλάτι σε περιμένει το κτίριο του Sandor, η παλιά πρωθυπουργική κατοικία στην οποία αυτοκτόνησε ο πρωθυπουργός Τελέκι όταν η χώρα του συντάχθηκε με τις ναζιστικές δυνάμεις.

Μια οσμή ναζισμού όμως (για την ακρίβεια νεοναζισμού) έχει και η είσοδος του παλατιού όπου στέκει το γιγαντιαίο μπρούτζινο άγαλμα του μυθικού αετόυ Τουρούλ που κραδαίνει στα πόδια του ένα σπαθί. Σύμφωνα με τη μυθολογία των μαγυάρων ο συγκεκριμένος αετός «βίασε» τη γιαγιά του μετέπειταα πρίγκηπα Αρπάντ δημιουργώντας την ομώνυμη δυναστεία που κυβέρνησε για πρώτη φορά τα ουγγρικά εδάφη. Αν και μια τέτοια πράξη θα μπορούσε να εκληφθεί ως τεράστιο… επικοινωνιακό πλήγμα για μια δυναστεία, ο βιαστής – αετός θεωρείται σύμβολο του ουγγρικού έθνους αλλά και των σκίνχεντ της Βουδαπέστης. (Οι τελευταίοι προφανώς αγνοούν ότι το όνομα Τουρούλ, του αετού, έχει τουρκικές ρίζες).

Με τη σκέψη στη διακορεφθείσα γιαγιά του πρίγκηπα, κατεβαίνουνε τις σκάλες που οδηγούν στο προαύλιο του παλατιού, από όπου απολαμβάνουμε και την ομορφότερη θέα σε ολόκληρη τη Βουδαπέστη. Σήμερα το κτιριακό σύμπλεγμα του παλατιού φιλοξενεί την Εθνική Πινακοθήκη της Ουγγαρίας, το Ιστορικό Μουσείο και την εθνική βιβλιοθήκη Szechenyi (για την ιστορία, πρόκειται ίσως για το μοναδικό παλάτι που δεν φιλοξένησε ποτέ κάποια βασιλική οικογένεια αλλά χρησιμοποιούνταν πάντα για δευτερεύουσες δραστηριότητες).

Αξίζει να επισκεφθεί κανείς και τους τρεις χώρους γνωρίζοντας όμως ότι αν θέλει να αποφύγει τη σωματική και ψυχική εξάντληση θα πρέπει να περάσει αρκετές αίθουσες σε ρυθμούς έντονου βάδειν αν όχι χαλαρού τρεξίματος. Πάντως η πινακοθήκη κρύβει ορισμένες πραγματικά ενδιαφέρουσες εκπλήξεις από Ούγγρους ιμπρεσιονιστές και εξπρεσιονιστές. Δυστυχώς και σε αυτή την περίπτωση η Βουδαπέστη, αρνούμενη την ιστορία της, απομάκρυνε τα έργα της σοσιαλιστικής περιόδου από την πινακοθήκη και στη θέση τους παρουσιάζει εκθέσεις σύγχρονων Ούγγρων καλλιτεχνών που δεν συγκινούν πάντα τον επισκέπτη.
Στο διπλανό μουσείο η ιστορία ξεκινά ελαφρώς αργά αφού η επέλαση των Μογγόλων και των Τούρκων διέλυσε σχεδόν κάθε ίχνος των προηγούμενων πολιτισμών. Παρόλα αυτά στο ισόγειο μπορεί κάποιος να δει ακόμη τα ερείπια του μεσαιωνικού κάστρου αλλά και αγάλματα που ανακαλύφθηκαν μόλις στα μέσα της δεκαετίας του ’70.

Εγκαταλείποντας τη συνοικία του κάστρου, με το τελεφερίκ ή τα πόδια, παίρνουμε το τραμ και κατεβαίνουνε νότια μέχρι το ξενοδοχείο και τα θερμά λουτρά του Gellert. Με ιστορία που αγγίζει τον ένα αιώνα το ξενοδοχείο αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα αξιοθέατα της πόλης αλλά και σύμβολο της ουγγρικής belle epoque – της περιόδου δηλαδή πριν και μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο όταν τα ανερχόμενα τέκνα της αστικής τάξης χόρευαν στο γυάλινο πάτωμα που κάλυπτε την πισίνα του ξενοδοχείου. Από το Gellert και τα λουτρά του (βλ σελ. #######) ξεκινάμε ένα νέο Γολγοθά διάρκειας 20 λεπτών προς το διπλανό λόφο όπου στέκει το μνημείο της απελευθέρωσης και το φρούριο (Citadella) με θέα σε ολόκληρη την πόλη.

Όσοι δεν αντέχουν τις πεζοπορίες (ή απλώς επέμεναν να μην πάρουν το τελεφερίκ στην προηγούμενη ανάβαση) μπορούν να περιμένουν στην εκκλησία – σπήλαιο που βρίσκεται στη βάση του λόφου. Δυστυχώς η είσοδος δεν επιτρέπεται κατά τη διάρκεια της λειτουργίας που τελείται από μοναχούς της παύλειας θεολογίας με λευκά άμφια. Το συγκεκριμένο τάγμα λειτουργεί σε αυτή την περιοχή από το 1256 με μόνο ένα μικρό διάλειμμα που ξεκίνησε το 1951 όταν οι μυστικές υπηρεσίες της Ουγγαρίας συνέλαβαν σε μια νύχτα όλα τα μέλη του.

Η βόλτα μας στη Βούδα μπορεί να ολοκληρωθεί στην περιοχή του Vizivaros – άλλοτε φτωχογειτονιά ψαράδων και τεχνιτών σήμερα φιλοξενεί ορισμένες εντυπωσιακές κατοικίες αλλά και ιστορικές εκκλησίες κατά μήκος του Δούναβη. Ο δρόμος μας βγάζει στη στάση Batthyany ter του μετρό, απέναντι από την ενοριακή εκκλησία της Αγίας Άννας, για την επιστροφή στην Πέστη.

Άρης Χατζηστεφάνου
Περιοδικό Passport Ιανουάριος 2007

Σου άρεσε αυτό το θέμα; Βοήθησέ μας να συνεχίσουμε ενισχύοντας το INFO-WAR
No more articles